Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδελφός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

ο (Α ἀδελφός) (και επίθ. -ός, -ή, -ό(ν), Ν και αδερφός)
Ι. ουσ.
1. αυτός που έχει με κάποιον άλλο την ίδια μητέρα
2. αυτός που έχει κοινούς και τους δύο γονείς με κάποιον άλλο ή κοινό τον ένα μόνο από αυτούς
3. αυτός που ανήκει στο ίδιο έθνος ή στην ίδια φυλή με κάποιον άλλο, ομοεθνής, ομόφυλος
4. πολύ αγαπητό πρόσωπο, στενός φίλος, σύντροφος
ΙΙ. επίθ.
1. αδελφικός, φιλικός, σύμμαχος
2. αυτός που είναι καθ' όλα όμοιος με κάποιον, που αποτελεί ζευγάρι με αυτόν (στα νεοελλ. κυρίως στη φρ. «αδελφή ψυχή», ταίρι, σύντροφος
στα αρχ. για τα μάτια, τα χέρια κ.λπ.)
ΙΙΙ (Εκκλ.)
1. μέλος της χριστιανικής Εκκλησίας, χριστιανός
2. μέλος μοναστικού ιδρύματος, μοναχός, καλόγερος (συνήθως για προσαγόρευση)
νεοελλ.
1. στον πληθ. αδελφοί ή αδελφές
μέλη θρησκευτικής ή φιλανθρωπικής αδελφότητας, συλλόγων, μυστικών οργανισμών κ.ά
2. επιφών. σε φράσεις, όπως «βρε αδελφέ», «ωχ αδελφέ» κ.ά.
3. (ειδική χρήση του θηλ.) α) νοσοκόμα
β) ομοφυλόφιλος, κίναιδος
4. βλαστός που φυτρώνει μαζί με άλλον από το ίδιο στέλεχος
αρχ.
1. ουσ. συγγενής (κυρίως εξ αίματος)
2. επίθ. συγγενής, συναφής.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αδελφός
αττ. τύπος συγκεκομμένος αντί του ἀδελφεὸς (= αδελφός), που απαντά στον Όμηρο, από τους τύπους τών πλαγίων πτώσεων (ἀδελφοῦ < ἀδελφεοῦ, ἀδελφῷ < ἀδελφεῷ): ἀδελφεὸς < -δελφεσὸς < α- αθροιστ. και πιθ. δέλφος, το, αμάρτυρος τύπος που θα σήμαινε «μήτρα» ή από το δελφύς, η «μήτρα» (απ' όπου πρώτος ο Ησύχιος παράγει το αδελφός: «ἀδελφοί
οἱ ἐκ τῆς αὐτῆς δελφύος γεγονότες
δελφὺς γὰρ ἡ μήτρα»)
πρβλ. ἀγάστωρ «συγγενής» < α- αθροιστ. + γαστὴρ «κοιλιά». Η λ. αδελφός, σημαίνοντας τον ομομήτριο αδελφό, αντικατέστησε νωρίς την κληρονομημένη ΙΕ λέξη φράτηρ, που από την αρχική σημ. του «ομοπάτριος αδελφός» εξελίχθηκε στον όμαιμο συγγενή μιας μεγαλύτερης οικογένειας (πατριάς), για να καταλήξει στην πολιτική περισσότερο σημασία «του μέλους της ίδιας φυλής, φατρίας (φράτρας)». Η άποψη του Kretschmer (περιοδικό «Glotta», 2, 201 κ.εξ. και 27, 25 κ.εξ.), σύμφωνα με την οποία η αντικατάσταση του φράτηρ από το αδελφός αντικατοπτρίζει και το πέρασμα από πατριαρχικές σε μητριαρχικές κοινωνικές δομές, που πήραν οι Έλληνες από τους γηγενείς Προέλληνες, είναι δύσκολο να αποδειχθεί, μολονότι λεξιλογικά στοιχεία, όπως το αιολικό και αρκαδοκυπριακό κασίγνητος, που αρχικά σήμαινε επίσης τον «ομοπάτριο αδελφό» και μετά τον «όμαιμο συγγενή» της ίδιας πατριάς ή το ομόρριζο (;) δωρικό κάσιοι ή κάσιες («οἱ ἐπί τῆς αύτῆς ἀγέλης ἀδελφοί τε καὶ ἀνεψιοὶ» Ησύχιος), φαίνεται να συνηγορούν υπέρ της απόψεως αυτής. Η λέξη αδελφός από όρος συγγενείας προσέλαβε βαθμηδόν, όπως και το φράτηρ, πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου σημασίες, που κορυφώθηκαν στην ευρεία χρήση της λέξης στη γλώσσα της χριστιανικής θρησκείας. Ο τύπος αδερφός ήδη μεσαιωνικός, με ρ αντί λ. προήλθε με φωνητική τροπή του λ στο αντίστοιχο υγρό ρ, που σημειώθηκε σποραδικά ιδίως σε περιβάλλον μπροστά από κλειστό σύμφωνο (πρβλ. χαρκιὰς < χαλκιάς, ἐρπίδα < ἐλπίδα κ.λπ.) (Χατζιδάκης, Γλωσσολογικαί Έρευναι, τόμ. Α' σ. 343).
ΠΑΡ. ἀδέλφιον
αρχ.
ἀδελφιδεύς, ἀδελφιδῆ, ἀδελφιδός, ἀδελφιδοῦς, ἀδελφίζω, ἀδέλφιξις.
ΣΥΝΘ. ἀδελφοκτόνος, ἀδελφότης
αρχ.
ἀδελφογαμῶ, ἀδελφοζωία, ἀδελφοπρεπῶς
μσν.- νεοελλ.
ἀδελφόθεος, ἀδελφομιξία, ἀδελφοποιία
νεοελλ.
αδελφοδιώκτης, αδελφομοίρι, αδελφοξαδέλφια, αδελφοπαίδι, αδελφοπαράδοτος, αδελφοποιτός, αδελφόπουλο, αδελφοσκοτωμός, αδελφοφάγος, αδελφοφάγωμα κ.λπ.].