Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποικιλίας

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ποικῐλίας Medium diacritics: ποικιλίας Low diacritics: ποικιλίας Capitals: ΠΟΙΚΙΛΙΑΣ
Transliteration A: poikilías Transliteration B: poikilias Transliteration C: poikilias Beta Code: poikili/as

English (LSJ)

ου, ὁ, a kind of

   A fish, Philosteph.Hist.20.

German (Pape)

[Seite 649] ὁ, ein Fisch, Ath. VIII, 331 e.

Greek (Liddell-Scott)

ποικιλίας: ὁ, εἶδος ἰχθύος, Ἀθήν. 331Ε.

Greek Monolingual

ὁ, Α
είδος ψαριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + κατάλ. -ίας (πρβλ. ορθ-ίας) πιθ. λόγω του χρώματος του ψαριού].