Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποικιλογενής

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ποικῐλογενής Medium diacritics: ποικιλογενής Low diacritics: ποικιλογενής Capitals: ΠΟΙΚΙΛΟΓΕΝΗΣ
Transliteration A: poikilogenḗs Transliteration B: poikilogenēs Transliteration C: poikilogenis Beta Code: poikilogenh/s

English (LSJ)

ές,

   A = αἰολόφυλος, Sch.Opp.H.1.617.

Greek Monolingual

-ές, Α
αυτός που αποτελείται από διάφορες φυλές, αιολόφυλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + -γενής (< γένος), πρβλ. θεο-γενής)].