Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποικιλογενής

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: ποικῐλογενής Medium diacritics: ποικιλογενής Low diacritics: ποικιλογενής Capitals: ΠΟΙΚΙΛΟΓΕΝΗΣ
Transliteration A: poikilogenḗs Transliteration B: poikilogenēs Transliteration C: poikilogenis Beta Code: poikilogenh/s

English (LSJ)

ές,

   A = αἰολόφυλος, Sch.Opp.H.1.617.

Greek Monolingual

-ές, Α
αυτός που αποτελείται από διάφορες φυλές, αιολόφυλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + -γενής (< γένος), πρβλ. θεο-γενής)].