Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνώρισμα

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: γνώρισμα Medium diacritics: γνώρισμα Low diacritics: γνώρισμα Capitals: ΓΝΩΡΙΣΜΑ
Transliteration A: gnṓrisma Transliteration B: gnōrisma Transliteration C: gnorisma Beta Code: gnw/risma

English (LSJ)

τό,

   A that by which a thing is made known, mark, token, X.Cyr.2.1.27 (pl.), Arist.Phgn.806a15, etc.; ἴχνη καὶ γ. Plu.2.855b: in pl., tokens by which a lost child is recognized, Men.Epit.86, Plu.Thes.4, etc.: also in sg., Parth.1.5.    2 in criminal trials, corpus delicti, PMasp.143.16, al. (vi A. D.).

German (Pape)

[Seite 499] τό, Kennzeichen, Merkmal; Xen. Cyr. 2, 1, 13; Luc. D. Mort. 20, 4; plur., Plut. Thes. 4, 7; καὶ ἴχνη διηγήσεως de Her. malign. 1.

Greek (Liddell-Scott)

γνώρισμα: τό, ἐκεῖνο δι’ οὗ πρᾶγμά τι γίνεται γνωστόν, σημεῖον, τεκμήριον, Ξεν. Κύρ. 2.1, 27, Ἀριστ. Φυσιογν. 1, ἐν τέλ.· γνωρίσματα, σημεῖα δι’ ὧν ἀπολεσθὲν παιδίον ἀναγνωρίζεται, Πλούτ. Θησ. 4. κτλ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
ce qui fait reconnaître, marque, signe.
Étymologie: γνωρίζω.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
I concr.
1 marca, señal, indicio X.Cyr.2.1.27, Arist.Phgn.806a15, Luc.DMort.6.4, Numen.2.4, τοῦ κάλλους γνωρίσματα muestras de belleza Aristaenet.1.16.16, unido a ἴχνη Plu.2.855b, τὰ γνωρίσματα τῆς ἀληθείας Ph.1.181, τὸ θαυμαστὸν γ. τῆς εὐταξίας Lyd.Mag.3.20, προσετέθησαν τοῖς τῆς βασιλείας γνωρίσμασι se añadieron a los emblemas de la realeza Lyd.Mag.1.8
prenda de identificación Men.Epit.155, Parth.1.4, Plu.Thes.4.
2 de pers. facciones, rasgos del rostro, Ach.Tat.1.13.3.
3 jur. cuerpo del delito, prueba de un hurto τῶν κλεψάντων τὰ ἐμὰ θρέμματα, παρ' ὧν γνωρίσματα ὤφθησαν PMasp.143.re.21, cf. 18, 19 (VI d.C.)
plu. pruebas esp. documento justificativo τὰ γνωρίσματα τῆς δεσποτίας παραστῆσον POxy.3758.110 (IV d.C.).
II abstr.
1 símbolo, signo τῆς αὐτοῦ διαδοχῆς Eus.DE 1.6
prueba del mesianazgo de Cristo, Iust.Phil.Dial.88.6.
2 característica, rasgo distintivo, carácter τῆς φύσεως ἡμῶν Gr.Nyss.Or.Catech.40, del bautismo, Basil.M.31.432C, de Dios, Ath.Al.Decr.17, Gr.Nyss.Diff.Ess.6.
3 significado Leont.H.Nest.M.86.1705D.

Greek Monolingual

το (AM γνώρισμα) γνωρίζω
διακριτικό σημείο, σημάδι με το οποίο αναγνωρίζεται κάποιος
μσν.
αναγνώριση.

Greek Monotonic

γνώρισμα: -ατος, τό (γνωρίζω), αυτό μέσω του οποίου κάτι γίνεται γνωστό, τεκμήριο, σημάδι, σε Ξεν.· γνωρίσματα, σημάδια βάσει των οποίων ένα χαμένο παιδί αναγνωρίζεται, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

γνώρισμα: ατος τό (при)знак, примета Xen., Arst., Plut., Luc.

Middle Liddell

γνωρίζω
that by which a thing is made known, a mark, token Xen.; γνωρίσματα tokens by which a lost child is recognised, Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γνώρισμα -ατος, τό γνωρίζω kenmerk, herkenningsteken.