Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολλαπλότητα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η, Ν
1. το να είναι κάτι πολλαπλό
2. μαθημ. τοπολογικός χώρος εφοδιασμένος με μια οικογένεια συστημάτων τοπικών συντεταγμένων που σχετίζονται μεταξύ τους με μετασχηματισμούς συντεταγμένων οι οποίες ανήκουν σε μια ορισμένη κλάση
3. φυσ. η υποδιαίρεση τών ενεργειακών σταθμών ενός μορίου ατόμου ή ατομικού πυρήνα με βάση τις διαφορετικές τιμές του συνολικού σπιν τών συστατικών του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολλαπλός. Η λ., στον λόγιο τ. πολλαπλότης, μαρτυρείται από το 188β στον Μαργ. Ευαγγελίδη].