Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πομπώδης

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-ές, Ν πομπή
1. αυτός που εμφανίζεται σαν να γίνεται σε πομπή, επιδεικτικός, στομφώδης
2. γεμάτος μεγαλείο, μεγαλοπρεπής, πανηγυρικός.
επίρρ...
πομπωδώς
με πομπώδη τρόπο.