Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προμηθεύω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ΝΜΑ προμηθής
νεοελλ.
παρέχω, χορηγώ, εφοδιάζω
2. (το μέσ.) προμηθεύομαι
προσπορίζομαι, εφοδιάζομαι με τα αναγκαία («κάθε Σάββατο προμηθεύομαι τρόφιμα για όλη την εβδομάδα»)
μσν.-αρχ.
(μόνο το μέσ.) φροντίζω εκ τών προτέρων, προνοώ για κάτι.