Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προϋπόθεση

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

η, Ν
1. ό,τι προϋποτίθεται, ό,τι θεωρείται εκ τών προτέρων ως δεδομένο για να στηριχθεί επιχείρημα, να συναχθεί συμπέρασμα ή να επιτευχθεί συμφωνία
2. όρος από τον οποίο εξαρτάται κάτι («θα σού στείλω το δέμα με την προϋπόθεση ότι θα βρεις μέσο μεταφοράς»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προϋποθέτω. Η λ., στον λόγιο τ. προϋπόθεσις, μαρτυρείται από το 1818 στον Κ. Κούμα].