Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προύχοντας

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

και προύχων, -οντος, ο, Ν
1. πρόκριτος, προεστός
2. στον πληθ. οι προύχοντες
α) η τάξη των πλουσίων
β) (στην τουρκοκρατία) οι κοτζαμπάσηδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. προύχων, -οντος έχει προέλθει, με συναίρεση τών -οε-, από τη μτχ. προέχων του ρ. προέχω.