Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προέχω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: προέχω Medium diacritics: προέχω Low diacritics: προέχω Capitals: ΠΡΟΕΧΩ
Transliteration A: proéchō Transliteration B: proechō Transliteration C: proecho Beta Code: proe/xw

English (LSJ)

contr. προὔχω, as always in Hom., exc. Od.12.11 (v. infr. B), also in S. and Th.: fut. προέξω: aor. προέσχον, Med. προεσχόμην, προὐσχόμην, cf. προΐσχω:—A hold before, τὴν ἀσπίδα τῆς κωλῆς Ar.Nu. 989; esp. so as to protect another, τὼ χεῖρε π. X.Cyr.2.3.10:—Med., hold before oneself, προὔχοντο ἑκάστοθι ἐννέα ταύρους Od.3.8; hold out before one, πρὸ δούρατ' ἔχοντο Il.17.355, cf. Hdt.2.42; προὐσχόμην σε held you out as a child (to do your needs), Ar.Nu.1385. 2 metaph. in Med., put forward as a pretext, τάδ' ἂν προὔχοιο S.Ant.80; ὅπερ μάλιστα προὔχονται εἰ καθαιρεθείη, μὴ ἂν γίγνεσθαι τὸν πόλεμον the cancellation of which is the chief consideration in return for which they pretend that war would not occur, Th.1.140. b hold forth, offer, ἃ προείχοντο αὐτοῖς Id.3.68: προΐσχομαι (q.v.) is more usual in this sense. II to be possessed or informed of a thing beforehand, π. τῶν Ἀθηναίων οὐ φιλίας γνώμας Hdt.9.4, cf. D.S.31.27, D.C. 43.3. 2 have before, ἃ προεῖχεν μισθῷ ὁ… Πτολεμαῖος had hitherto on lease, BGU889.9 (ii A.D.), cf. Sammelb.5672.5 (ii A.D.), etc.; εἰς τοῦτο ὑπολόγησον ὃ προέχουσι what they have already received, PPetr.2p.32(iii B.C.): abs., ὁ προέχων the first recipient, Arist.EN 1164b9. B intr., jut out, project, in Hom. in a local sense, of headlands, towers, hills, ὅθ' ἀκρότατος πρόεχ' ἀκτή Od.12.11, cf. 10.90; ἐπ' ἠϊόνας προὐχούσας 6.138; πύργῳ ἐπὶ προὔχοντι Il.22.97; ἐπὶ προὔχοντι μελάθρῳ Od.19.544; ἀκτὴ προέχουσα ἐς τὸν πόντον Hdt.4.177, cf. Th. 4.109,6.97; τὸ προὔχον τῆς ἐμβολῆς Id.2.76: generally, project, c. gen., προέχουσα κάρης εὐρεῖα καλύπτρη Call.Fr.125. II in running, to be the first, have the start, Il.23.325: c. gen., ἡμέρης ὁδῷ π. τῶν Περσέων keep ahead of them by a day's march, Hdt.4.120; προέχων τῶν ἄλλων [ὁ ἵππος] getting before the rest, Id.9.22; τῇ κεφαλῇ π. beat by a head, in racing, X.Cyr.4.3.16: of Time, προεῖχε [ἡ τριήρης] ἡμέρᾳ καὶ νυκτί started first by... Th.3.49; π. εἴκοσιν ἔτεσιν Pl.Lg.879c: metaph., have the advantage of, τινὸς τῷ διπλασίῳ Antipho3.3.2. 2 of rank, c. gen., δήμου προὔχουσιν they are the first or chief of the people, h.Cer.151; τοῦ Δωρικοῦ, τοῦ Ἰωνικοῦ [γένεος], Hdt.1.56: abs., to be superior, Th.1.39, 3.82; ἀνθρωπεία φύσις πολεμία τοῦ προὔχοντος to all that is eminent, Id.3.84; οἱ προὔχοντες the chief men, Id.5.17; οἱ π. [βίοι] the principal kinds of lives, Arist.EN1095b18. 3 surpass, excel, Th.7.66: freq. c. gen., τὸ Ἄργος π. ἅπασι τῶν ἐν τῇ… χώρῃ in all things, Hdt.1.1, cf. 32; τέχνα γὰρ τέχνας ἑτέρας προὔχει S.Ph.138(lyr.); πολὺ προὔχουσα θεάων Call.Del.218; π. αὐτέων τοσοῦτον ὅσον… Hdt.2.136; πολλῷ π. Id.3.82; π. δυνάμει, πλήθει καὶ ἐμπειρίᾳ, Th.1.18, 121; τοσοῦτον ἐκείνων μεγέθει π. Luc.Musc.Enc.1: also π. τινὸς τιμήν to be preferred to him in honour, S.Ant.208; π. ἔν τινος λαμπρότητι Th.6.16; μικρὸν π. ἐν τοῖς μεγάλοις μᾶλλον ἢ πολὺ διαφέρειν ἐν τοῖς μικροῖς Isoc.10.5; κατά τι Luc.Am.30. b rarely c. acc. pers., X.An.3.2.19(nisi secl. (ἡμᾶς)):—Pass., to be excelled, οὐθὲν π. ὑπὸ τοῦ Διός Plu.2.1038d; to be in worse case, Ep.Rom.3.9. III impers., οὔ τι προέχει it is of no advantage, c. inf., Hdt.9.27.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 722] zsgzn προὔχω (s. ἔχω), 11 vorhaben, vorhalten, bes. zum Schutz, τὴν ἀσπίδα τῆς κωλῆς προέχων, Ar. Nubb. 989, u. ä. Sp.; τὼ χεῖρε προέχων, die Hände vorhaltend, Xen. Cyr. 2, 3, 10; u. so im med., προὔχοντο ἑκάστοθι ἐννέα ταυρους, sie hatten neun Stiere vor sich, Od. 3, 8; vgl. Her. 2, 42 κριὸν ἐκδείραντα προέχεσθαι τὴν κεφαλήν; u. in tmesi, πρὸ δὲ δούρατ' ἔχοντο, Il. 15, 355, sie streckten die Speere vor sich hin; übertr., σὺ μὲν τάδ' ἂν προὔχοιο, Soph. Ant. 80, vorschützen, προφασίζεσθαι, Hesych.; vgl. Thuc. 1, 140; – voraushaben, τινός, vor Einem, οὔποτ' ἔκ γ' ἐμοῦ τιμὴν προέξουσ' οἱ κακοὶ τῶν ἐνδίκων, Soph. Ant. 208, Ehre vor den Gerechten voraushaben; vgl. Xen. οὐδὲν ἡμεῖς ὑμῶν προέξομεν, Cyr. 2, 1, 16; – auch von der Zeit, voraus, früher haben, Her. 9, 4; – fernhalten, dah. med. von sich fern halten, προὐσχόμην σε, ich hielt dich ab, ein Kind, das seine Nothdurft noch nicht allein verrichten kann, Ar. Nubb. 1386; – vorwärtsbringen, fördern, οὔ τι προέχει, es bringt nicht weiter, hilft Nichts, Her. 9, 27. – 2) intrans., hervorragen, hervortreten; ὅθ' ἀκροτάτη πρόεχ' ἀκτή, Od. 12, 11, vgl. 10, 90. 24, 82, wie ἠϊόνες 6, 138; πύργῳ ἔπι προὔχοντι, Il. 22, 97; ἐπὶ προὔχοντι μελάθρῳ, Od. 19, 544, τῇ κεφαλῇ, Xen. Cyr. 4, 3, 16; τὸ προέχον τῆς ἐμβολῆς, Thuc. 2, 76. Auch im Lauf der erste, vorderste sein, den Vorsprung haben, Il. 23, 325. 413; vgl. προέχων τῶν ἄλλων, Her. 9, 22; u. vom Range, δήμου προὔχουσιν, sie haben den Vorrang vor dem Volke, sind die Angesehensten im Volke, H. h. Cer. 1, 151; τέχνα γὰρ τέχνας ἑτέρας προὔχει, übertrifft sie, Soph. Phil. 138, τῇ δ' ἐπιστήμῃ σύ μου προὔχοις τάχ' ἄν, O. R. 1116; u. in Prosa, gew. τινός τινι, Einen worin, Her. 1, 1. 32. 2, 136. 3, 82. 9, 22; δυνάμει προὔχοντες, Thuc. 1, 18, u. öfter; τὸν προέχοντα εἴκοσιν ἡλικίας ἔτεσιν, Plat. Legg. IX, 879 c, vgl. Rep. VI, 484 d; Xen. vrbdt es auch mit dem accus. der Person, ἑνὶ μόνῳ προέχουσιν ἡμᾶς οἱ ἱππεῖς, An. 3, 2, 19; Folgde; ὁ δανειζόμενος ἐν παντὶ προέχει ἡμῶν, Dem. 56, 1; τῇ εὐχερείᾳ καὶ τόλμῃ προεῖχον οἱ μισθοφόροι, Pol. 15, 13, 1; Ggstz von λείπεσθαι, Plut. Nic. 3; ἐκείνων μεγέθει τοσοῦτον προὔχει, Luc. musc. enc. 1; auch προέχειν κατὰ σοφίαν, amor. 30, u. absolut, οἱ προὔχοντες, die Ersten, Angesehenen, Scyth. 10; Harmon. 2, u. a. Sp. – Bei Hom. durchgängig und auch sonst häufig ist die zusammengezogene Form προὔχω; nur wo das Augment stehen sollte, wird πρόεχε statt προεῖχε geschrieben, nicht προὖχε, Od. 12, 11. – Vgl. noch προΐσχω.

Greek (Liddell-Scott)

προέχω: συνῃρ. προὔχω, ὡς ἀείποτε παρ’ Ὁμ., πλὴν Ὀδ. Μ. 11, ἰδὲ κατωτ. Β· ὡσαύτως συνῃρ. παρὰ Σοφ. καὶ ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ τοῦ Θουκ.: μέλλ. προέξω, ἀόρ. προέσχον, μέσ. προεσχόμην, προὐσχόμην· πρβλ. προΐσχω. Κρατῶ ἔμπροσθεν, τὴν ἀσπίδα τῆς κωλῆς Ἀριστοφ. Νεφ. 989· μάλιστα οὕτως, ὥστε νὰ ὑπερασπίσω ἕτερον, πρ. τὼ χεῖρε Ξεν. Κύρ. 2. 3, 10. ― Μέσ., ἔχω πρὸ ἐμαυτοῦ, προὔχοντο ἑκάστοθι ἐννέα ταύρους, «πρὸ ἑαυτῶν εἶχον ὥστε σφάξαι» (Eὐστ.), Ὀδ. Γ. 8· ἔχω τι ἐκτεταμένον πρό τινος ἄλλου, πρὸ δούρατ’ ἔχοντο Ρ. 355, πρβλ. Ἡρόδ. 2. 42. κακκᾶν δ’ ἂν οὐκ ἔφθης φράσαι κἀγὼ λαβὼν θύραζε ἐξέφερον ἂν καὶ προὐχόμην σε, καὶ σὲ ἐκράτουν νὰ κάμῃς τὰ κακκά σου, ὡς ποιοῦσι καὶ νῦν αἱ χωρικαὶ γυναῖκες, Ἀριστοφ. Νεφ. 1385.
2) μεταφορ., ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, προβάλλω, μεταχειρίζομαι ὡς πρόφασιν, τάδ’ ἂν προὔχοιο Σοφ. Ἀντ. 80· ὅπερ μάλιστα προὔχονται, μὴ ἂν γίγνεσθαι τὸν πόλεμον, ὅπερ εἶναικύριος λόγος ὃν προβάλλουσι δι’ ὃν ὁ πόλεμος δύναται νὰ μὴ γείνῃ, Θουκ. 1. 140. β) προτείνω, προσφέρω, ἃ προείχοντο αὐτοῖς ὁ αὐτ. 3. 68. ― Ἀλλ’ ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας εἶναι συνηθέστερον τὸ προΐσχομαι (ὅπερ ἴδε). ΙΙ. = πρότερον ἔχω, κατέχω τι ἢ πληροφοροῦμαι περί τινος πράγματος πρότερον, πρ. τῶν Ἀθηναίων οὐ φιλίας γνώμας Ἡρόδ. 9. 4, πρβλ. Διόδ. Ἐκλογ. 586. 73, Δίωνα Κ. 43. 3. 2) Ἔχω πρὸ ἑτέρων, οὔποτ’ ἔκ γ’ ἐμοῦ τιμὴν προέξουσ’ οἱ κακοὶ τῶν ἐνδίκων, οὐδέποτε θὰ τιμηθῶσι πρὸ τῶν δικαίων, Σοφ. Ἀντ. 208· ἀπολ., ὁ προέχων, ὁ πρῶτος κατέχων τι, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 9. 1, 8. Β. ἀμεταβ., ἐξέχω, προεξέχω, ἐξέχω πρὸς τὰ ἐμπρός, παρ’ Ὁμ. τοπικῶς ἐπὶ ἀκρωτηρίων ἢ κρημνωδῶν παραλίων τόπων, ὅθ’ ἀκροτάτη πρόεχ’ ἀκτὴ Ὀδ. Μ. 11, πρβλ. Κ. 90· ἐπ’ ἠιόνας προὐχούσας Ζ. 138· πύργῳ ἐπὶ προὔχοντι Ἰλ. Χ. 97· ἐπὶ προὔχοντι μελάθρῳ Ὀδ. Τ. 544· οὕτως, ἀκτὴ προέχουσα ἐς τὸν πόντον Ἡρόδ. 4. 177, πρβλ. Θουκ. 4. 109., 6. 97· τὸ προέχον τῆς ἐμβολῆς ὁ αὐτ. 2. 76. ΙΙ. ἐπὶ τοῦ δρόμου, εἶμαι ὁ πρῶτος, προηγοῦμαι (πρβλ. δοκεύω), Ἰλ. Ψ. 325· μετὰ γεν., πρ. ἡμέρης ὁδῷ, προηγοῦμαι (αὐτοῦ) μιᾶς ἡμέρας ὁδόν, ἩΡόδ. 4. 120· προέχων τῶν ἄλλων [ὁ ἵππος], βαίνων πρὸ τῶν ἄλλων, ὁ αὐτ. 9. 22· νῦν μὲν γὰρ ἔγωγε ἀγαπῶ ἢν γ’ ἐξ ἴσου τῷ θεῖν ὁρμηθεὶς ἀνθρώπων μόνον τῇ κεφαλῇ πρόσχω, ὑπερβάλλω αὐτοὺς μόνον κατὰ κεφαλήν, δηλ. κατὰ τόσον διάστημα ὅσον προέχει ἡ κεφαλὴ τοῦ τρέχοντος, Ξεν. Κύρ. 4. 3, 16· τοσοῦτον ἐκείνων μεγέθει πρ. Λουκ. Μυίας Ἐγκώμ. 1. ― καὶ ἐπὶ χρόνου, προεῖχε [ἡ τριήρης] ἡμέρᾳ καὶ νυκτί, εἶχε κινήσῃ προτέρα κατὰ ἓν ἡμερονύκτιον, Θουκ. 3. 49· εἴκοσιν ἔτεσιν πρ. Πλάτ. Νόμ. 879C. ― μεταφορ., ὑπερτερῶ τινα, τινὸς τῷ διπλασίῳ Ἀντιφῶν 122. 34. 2) ἐπὶ τάξεως ἢ θέσεως κοινωνικῆς, μετὰ γεν., δήμου προὔχουσιν, εἶναι οἱ προὔχοντες τοῦ λαοῦ, Ὕμ. Ὁμ. εἰς Δήμ. 151· ― ἀπολ., εἶμαι ἀνώτερος, ὑπέροχος, Θουκ. 3. 82· ἀνθρωπεία φύσις πολεμία τοῦ προὔχοντος, πρὸς πᾶν ὅ,τι εἶναι ὑπέροχον, αὐτόθι 84· οἱ προὔχοντες, ὡς καὶ νῦν, ὁ αὐτ. 5. 17, πρβλ. 1. 39· οἱ πρ. βίοι Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 1. 3, 2. 3) ὑπερβαίνω, ὑπερέχω, Σοφ. Φιλ. 138· πρ. ἅπασι τῶν ἐν τῇ… χώρῃ, εἰς πάντα τὰ πράγματα, Ἡρόδ. 1. 1, πρβλ. 32, Θουκ. 7. 66· μετὰ γεν., τέχνα γὰρ τέχνας ἑτέρας προὔχει Σοφ. Φιλ. 137· πρ. τινὸς τοσοῦτον ὅσον... Ἡρόδ. 2. 136· πολλῷ πρ. 3. 82· πρ. δυνάμει, πλήθει καὶ ἐμπειρίᾳ Θουκ. 1. 81, 121· ὡσαύτως, πρ. τινὸς τιμήν, προτιμῶμαί τινος κατὰ τὴν τιμήν, Σοφ. Ἀντ. 208· πρ. ἔν τινι Θουκ. 6. 16, Ἰσοκρ. 209Β· κατά τι Λουκ. Ἔρωτ. 30· ἀπολ., Ἡρόδ. 1. 56., 3. 82. β) σπανίως μετ’ αἰτ. προσ. (βλ. ὑπερέχω ΙΙ. 3), Ξεν. Ἀν. 3. 2, 19. ― Παθ., ὑπερτεροῦμαι, Ἐπιστ. πρ. Ρωμ. γ΄, 9, Πλούτ. 2. 1038D. ΙΙΙ. ἀπροσ., οὔ τι προέχει, οὐδόλως ἰσχύει, οὐδὲν ὠφελεῖ, μετ’ ἀπαρ., Ἡρόδ. 9. 27.

French (Bailly abrégé)

f. προέξω, ao.2 πρόεσχον, etc.
I. tr.
1 avoir ou tenir devant : τὼ χεῖρε XÉN tenir ses deux mains devant soi;
2 posséder auparavant;
3 posséder de préférence : ἔκ τινος τιμὴν τῶν ἐνδίκων SOPH recevoir de qqn des honneurs avant ceux qui les méritent;
II. intr. être en avant, d’où
1 être proéminent, saillant ; en gén. dépasser, surpasser : τῇ κεφαλῇ XÉN dépasser de la tête ; τῷ μεγέθει LUC dépasser en grandeur ; abs. être supérieur, être éminent ; τὸ προὖχον THC la supériorité ; οἱ προὔχοντες THC les principaux citoyens, les chefs ; προέχειν τινός τινι ou ἔν τινι, κατά τι surpasser qqn en qch ; rar. avec un acc. de pers. : τινά, surpasser qqn ; Pass. προέχεσθαι ὑπό τινος PLUT être surpassé par qqn;
2 • impers. προέχει cela avance à qch, cela est utile : οὔ τι προέχει avec l’inf. HDT il n’avance à rien de, il ne sert à rien de;
Moy. προέχομαι;
1 tenir devant soi, acc.;
2 présenter devant soi ; présenter, offrir ; fig. προέχεσθαί τι SOPH mettre en avant qqe motif, alléguer un prétexte.
Étymologie: πρό, ἔχω.

English (Autenrieth)

προὔχουσιν, part. προὔχων, ipf. πρόεχε; mid. ipf. προὔχοντο: be ahead, Il. 23.325, 453; jut forward, Od. 12.11, Od. 13.544; mid., hold or have before oneself, Od. 3.8.

English (Thayer)

(from Homer down)): present middle 1st person plural προεχόμεθα; to have before or in advance of another, to have pre-eminence over another, to excel, to surpass; often so in secular authors from (Sophocles and) Herodotus down; middle to excel to one's advantage (cf. Kühner, § 375,1); to surpass in excellences which can be passed to one's credit: Romans , p. 93ff; Gifford in the 'Speaker's Commentary,' p. 96; Winer's Grammar, § 38,6; § 39 at the end, cf. p. 554 (516).)

Greek Monolingual

ΝΜΑ προὔχω Α
1. εξέχω προς τα εμπρός, προεξέχωἀκτὴ προέχουσα ἐς τὸν πόντον», Ηρόδ.)
2. μτφ. είμαι ανώτερος, υπερέχω («ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας, τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῡ γένους, τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῡ», Ηρόδ.)
3. (το αρσ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) ο προύχων
ο πρόκριτος, ο διακεκριμένος
νεοελλ.
(ως τριτοπρόσ. και ως απρόσ.) προέχει
βρίσκεται πάνω από όλα, έχει πρωτεύουσα σημασία («προέχει η εθνική μας ανεξαρτησία»)
2. φρ. «προέχων σπόνδυλος»
ανατ. ο έβδομος αυχενικός σπόνδυλος του οποίου η ακανθώδης απόφυση προεξέχει
αρχ.
1. (ενεργ. και μέσ.) έχω κάποιον ή κάτι μπροστά (α. «τὼ χεῑρε προέχων ἐνεπόδιζον τὸν παίοντα», Ξεν.
β. «προύχοντο ἐκάστοθι ἐννέα ταύρους», Ομ. Οδ.)
2. κρατώ κάποιον ή κάτι μπροστά («κακκᾱν δ' ἂν οὐκ ἔφθης φράσαι, κἀγὼ λαβὼν θύραζε ἐξέφερον ἂν καὶ προὐσχόμην σε», Αριστοφ.)
3. γνωρίζω κάτι εκ τών προτέρων ή πληροφορούμαι για κάτι εκ τών προτέρων («μηδέ τινὰ εὐεργεσίαν αὐτοῦ προέχων», Δίων. Κάσα)
4. λαμβάνω κάτι προηγουμένως
5. προτιμώμαι περισσότερο από άλλον («κοὔποτ' ἔκ γ' ἐμοῡ τιμὴν προέξουσ' οἱ κακοὶ τῶν ἐνδίκων», Σοφ.)
6. προηγούμαι, προπορεύομαι
7. υπερβαίνω («μικρὸν προέχειν ἐν τοῖς μεγάλοις μᾶλλον ἢ πολὺ διαφέρειν ἐν τοῖς μικροῑς», Ισοκρ.)
8. μέσ. προέχομαι
α) προβάλλω κάτι ως πρόφαση
β) προσφέρω
9. (η μτχ. ενεστ. ως επίθ.) προέχων, -ουσα, -ον
αυτός που λαμβάνει κάτι πρώτος
10. φρ. «οὐ προέχει» — δεν ωφελεί.

Greek Monotonic

προέχω: συνηρ. προὔχω, μέλ. -έξω, αόρ. βʹ -έσχον — Μέσ., -εσχόμην, προὐσχόμην· πρβλ. προΐσχω·
Α. I. 1. κρατώ μπροστά έστι ώστε να προστατέψω κάποιον άλλο, σε Αριστοφ., Ξεν. — Μέσ., έχω μπροστά μου, έχω κάτι προτεταμμένο μπροστά σε κάποιον άλλο, σε Όμηρ., Αριστοφ. 2. α) μεταφ. στη Μέσ., τοποθετώ μπροστά, προφασίζομαι, σε Σοφ.· ὅπερμάλιστα προὔχονται, μὴ ἂν γίγνεσθαι τὸν πόλεμον, ο οποίος είναι ο κύριος λόγος που προβάλλουν για να δείξουν ότι ο πόλεμος δεν μπορεί να γίνει, σε Θουκ. β) προτείνω, προσφέρω, στον ίδ.
II. 1. κατέχω ή πληροφορούμαι κάτι από πριν, σε Ηρόδ.
2. έχω πριν από τους άλλους, τιμὴνπροέξουσ' τῶν ἐνδίκων, θα τιμηθούν πριν από τους δίκαιους, σε Σοφ.· απόλ., ὁ προέχων, ο πρώτος κάτοχος, σε Αριστ. Β. Αμτβ.,
I. εξέχω, προεξέχω, λέγεται για ακρωτήρια, πύργους, λόφους, σε Όμηρ., Ηρόδ. κ.λπ.
II. 1. λέγεται για αγώνισμα δρόμου, είμαι πρώτος, κάνω την αρχή, σε Ομήρ. Ιλ.· με γεν., προέχων τῶν ἄλλων, αυτός που βαδίζει πριν από τους υπόλοιπους, σε Ηρόδ.· προέχω ἡμέρης ὁδῷ, προηγούμαι μιας μέρας δρόμο, στον ίδ.· προέχω τῇ κεφαλῇ, προηγούμαι με διαφορά ενός κεφαλιού στον αγώνα, σε Ξεν.· λέγεται για χρόνο, προεῖχε (ἡ τριήρης) ἡμέρα καὶ νυκτί, προηγούνταν κατά ένα ημερονύχτιο, σε Θουκ.
2. λέγεται για τάξη, με γεν., δήμου προὔχουσιν, είναι οι πρώτοι ανάμεσα στον δήμο ή οι αρχηγοί του λαού, σε Ομηρ. Ύμν.· απόλ., είμαι ανώτερος, υπερέχω, σε Θουκ.· τὸ προὔχον, λέγεται για οτιδήποτε είναι εξαίσιο, διακεκριμένο, υπερέχει των άλλων, στον ίδ.· οἱ προὔχοντες, οι αρχηγοί, στον ίδ. 3. α) υπερβαίνω, υπερέχω, με γεν., σε Ηρόδ., Αττ.· προέχω τινὸς τιμήν, είμαι ανώτερος από κάποιον στην τιμή, σε Σοφ. β) σπανίως με αιτ. προσ., σε Ξεν. — Παθ., είμαι υπέρτερος, διαπρεπής, σε Καινή Διαθήκη
III. απρόσ., οὔ τι προέχει, καθόλου δεν ωφελεί, με απαρ., σε Ηρόδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προ-έχω met acc. vooruithouden:; τὼ χεῖρε προέχων met de handen vooruit Xen. Cyr. 2.3.10; met gen. v. plaats voor... houden:; τὴν ἀσπίδα τῆς κωλῆς προέχων het schild voor zijn geslacht houdend Aristoph. Nub. 989; ook med.. ἑτέρηφι βέλεμνα χειρὶ προεσχεθόμην met de ene hand hield ik mijn pijlen voor mij uit Theocr. Id. 25.254. tevoren bezitten: abs..; τὸν προέχοντα τάττειν dat de eerdere bezitter (de waarde) vaststelt Aristot. EN 1164b9; overdr. tevoren op de hoogte zijn van:. προέχων τῶν Ἀθηναίων οὐ φιλίας γνώμας tevoren op de hoogte van de vijandige bedoelingen van de Atheners Hdt. 9.4.2. med. aanbieden:; ἅ... προείχοντο αὐτοῖς wat zij hun hadden aangeboden Thuc. 3.68.1; overdr. aanvoeren (als argument e.d.):. τάδ ’ ἂν προὔχοιο dat zou je als excuus kunnen aanvoeren Soph. Ant. 80. met gen. voorliggen op, een voorsprong hebben op:; ἡμέρης ὁδῷ προέχοντας τῶν Περσέων een dagmars voorliggend op de Perzen Hdt. 4.120.3; abs. voorliggen:; φράσσατο δ ’ ἵππον... προύχοντα hij merkte een paard op dat voorlag (op de rest) Il. 23.453; in leeftijd. π. εἴκοσιν ἡλικίας ἔτεσιν twintig jaar ouder zijn Plat. Lg. 879c. overtreffen:. τέχνα γὰρ τέχνας ἑτέρας προύχει want de ene vaardigheid overtreft de andere Soph. Ph. 138; Ἄργος... προεῖχε ἅπασι τῶν ἐν τῇ νῦν Ἑλλάδι Argos overtrof in alle opzichten de andere (steden) in het huidige Griekenland Hdt. 1.1.2; οὔποτε... τιμῇ προέξουσ ’ οἱ κακοὶ τῶν ἐνδίκων nooit zullen de slechten de rechtvaardigen in eer overtreffen Soph. Ant. 208. intrans. naar voren gericht zijn, uitsteken:. ὅθ ’ ἀκροτάτη πρόεχ ’ ἀκτή waar de landtong het verst (in zee) stak Od. 12.11; πύργῳ ἐπὶ προύχοντι tegen de vooruitstekende muur Il. 22.97. de voorste zijn, eruit springen:; πολεμία τοῦ προύχοντος vijandig aan wat erbovenuit springt Thuc. 3.84.2; τρεῖς γὰρ εἰσι... οἱ προύχοντες ( βίοι ) er zijn immers drie levensvormen die eruit springen Aristot. EN 1095b18; ptc. subst.:; οἱ προύχοντες de leiders Thuc. 5.17.1; uitblinken; met dat.:; δυνάμει π. de machtigste zijn Thuc. 1.18.2; met ἐν + dat.:; ἔν τινος λαμπρότητι π. uitblinken in een of andere schitterende eigenschap Thuc. 6.16.5; met κατά + acc.: προύχειν κατὰ σοφίαν uitblinken in wijsheid [Luc.] 49.30. onpers. voordelig zijn, nut hebben:. οὐ... τι προέχει τούτων ἐπιμεμνῆσθαι het dient nergens toe deze zaken in herinnering te roepen Hdt. 9.27.4.

Russian (Dvoretsky)

προέχω: стяж. προὔχω (fut. προέξω, aor. προέσχον)
1) выставлять вперед, держать впереди (себя) (τὴν ἀσπίδα Arph.; τὼ χεῖρε Xen.): προέχεσθαί τι Her. держать что-л. перед собой;
2) med. перен. выставлять (в виде основания), выдвигать, представлять или утверждать Thuc. etc.: σὺ μὲν τὰδ᾽ ἂν προὔχοιο Soph. что же, прикрывайся этими (отговорками);
3) med. предлагать: προείχοντο αὐτοῖς κοινοὺς εἶναι Thuc. им предложили оставаться нейтральными;
4) раньше знать; προέχων τῶν Ἀθηναίων οὐ φιλίας γνώμας Her. (хотя Мардоний) уже раньше знал о враждебности афинян;
5) иметь или получать раньше: ὁ προέχων Arst. первый обладатель; ἔκ τινος τιμὴν π. τινός Soph. быть почитаемым кем-л. преимущественно перед кем-л.;
6) выдаваться, возвышаться: πύργῳ ἔπι προὔχοντι ἐρείσας Hom. прислонившись к высокой башне; ἀκτὴ προέχουσα ἐς τὸν πόντον Her. вдающийся в море мыс; τὸ προέχον τῆς ἐμβολῆς Thuc. выступ тарана;
7) быть впереди, опередить (προέχων τῶν ἄλλων Her.): ὁ προὔχων Hom. идущий впереди (конь); π. ἡμέρης ὁδῷ Her. быть впереди на расстоянии дневного перехода; π. ἡμέρᾳ καὶ νυκτί Thuc. быть впереди на расстоянии суточного перехода; εἴκοσιν ἔτεσιν π. Plat. быть старше на 20 лет;
8) быть выдающимся, обладать превосходством, превосходить (τινός τινι Her.): ἄνδρες (οἱ) δήμου προὔχουσιν HH лучшие мужи народа; εἰ προὔχοιεν Thuc. если (какая-л. партия) брала верх; ἑνὶ μόνῳ π. τινά Xen. иметь лишь одно преимущество над кем-л.; οἱ προὔχοντες Thuc. предводители, начальники; πλήθει προὔχοντες καὶ ἐμπειρίᾳ πολεμικῇ Thuc. превосходящие численностью и боевым опытом; οὔ τι προέχει τούτων ἐπιμεμνῆσθαι Her. бесполезно вспоминать об этом; προεχόμεθα; - Οὐ πάντως NT разве мы лучше (их)? - Нисколько.

Middle Liddell

contr. προὔχω fut. -έξω aor2 -έσχον mid. -εσχόμην, προὐσχόμην [cf. προΐσχω
I. to hold before, so as to protect another, Ar. Xen.:—Mid. to hold before oneself, hold out before one, Hom., Ar.
2. metaph. in Mid. to put forward, use as a pretext, Soph.; ὅπερ μάλιστα προὔχονται, μὴ ἂν γίγνεσθαι τὸν πόλεμον which is the chief reason they allege, to show that the war would not arise, Thuc.
b. to hold forth, offer, Thuc.
II. to be possessed or informed of a thing beforehand, Hdt.
2. to have before others, τιμὴν προέξουσ' τῶν ἐνδίκων shall have honour before the righteous, Soph.: absol., ὁ προέχων the first possessor, Arist.
B. intr. to jut out, project of headlands, towers, hills, Hom., Hdt., etc.
II. in running, to be the first, have the start, Il.; c. gen., προέχων τῶν ἄλλων getting before the rest, Hdt.; πρ. ἡμέρης ὁδῷ to keep ahead by a day's march, Hdt.; πρ. τῇ κεφαλῇ to beat by a head, in racing, Xen.;—of Time, προεῖχε [ἡ τριήρης ἡμέρᾳ καὶ νυκτί started first by a day and night, Thuc.
2. of rank, c. gen., δήμου προὔχουσιν they are the first or chief of the people, Hhymn.:— absol. to be superior, to be eminent, Thuc.; τὸ προὔχον all that is eminent, Thuc.; οἱ προὔχοντες the chief men, Thuc.
3. to surpass, excel, c. gen., Hdt., attic; πρ. τινὸς τιμήν to be preferred to him in honour, Soph.
b. rarely c. acc. pers., Xen.:—Pass. to be excelled, NTest.
III. impers., οὔ τι προέχει it naught avails, c. inf., Hdt.

Chinese

原文音譯:prošcomai 普羅-誒何買
詞類次數:動詞(1)
原文字根:前-有
字義溯源:自認比別人強,比較強,優於,超越;由(πρό)*=前)與(ἔχω)*=持)組成
出現次數:總共(1);羅(1)
譯字彙編
1) 我們比較強麼(1) 羅3:9