Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πτηνό

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το / πτηνόν, ΝΜΑ, και δωρ. τ. πτανόν Α
σπονδυλωτό ζώο που έχει φτερά, που πετά, πουλί (α. «αποδημητικό πτηνό» β. «πολλὴ μὲν γὰρ ἡ τῶν ἐνυδρων, πολλὴ δὲ ἡ τῶν πτηνῶν [[[θήρα]]]», Αριστοτ.)
νεοελλ.
στον πληθ. τα πτηνά
ζωολ. ομοταξία δίποδων ομοιόθερμων σπονδυλοζώων με 8.600 περίπου αρτίγονα είδη, που έχουν ως κύρια χαρακτηριστικά την ικανότητα πτήσης, το κεράτινο ράμφος, το πτέρωμα, τις φτερούγες και την αναπαραγωγή με αβγά που έχουν ασβεστολιθικό κέλυφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. του επιθ. πτηνός].