Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομοταξία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η
1. ομοιότητα στην τάξη ή στη διάταξη, υπαγωγή στην ίδια τάξη
2. βιολ. ταξινομική ομάδα στο σύστημα κατάταξης τών φυτών και τών ζώων, η οποία βρίσκεται μεταξύ του φύλου στα φυτά ή της διαίρεσης στα ζώα, αφ' ενός, και της τάξης αφ' ετέρου, αλλ. κλάση
3. φρ. «σύστημα ομοταξίας»
εκκλ. σύστημα τών σχέσεων εκκλησίας και πολιτείας κατά το οποίο ούτε η πολιτεία ασκεί εξουσία ή εποπτεία στην εκκλησία ούτε η εκκλησία οφείλει υποταγή στην πολιτεία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + τάξη. Η λ. μαρτυρείται από το 1849 στον Τ. Δρακούλη].