Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πόστα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
1. το ταχυδρομείο
2. τρένο αργό, με πολλές στάσεις και παράδοση ταχυδρομικών δεμάτων σε πολλούς σταθμούς
3. ομάδα εργατών που αλλάζει βάρδια με άλλη ομάδα
4. το ποσόν που καταθέτει ο παίκτης σε κάθε παρτίδα χαρτιών
5. ναυτ. ο νομέας
6. φρ. «βάζω πόστα» α) αρχίζω τη φορτοεκφόρτωση με βάρδιες, καθ' ομάδες
β) επιπλήττω ή βρίζω κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. posta < λατ. posita (mansio) «σταθερή διαμονή»].