Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκουριάζω

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

Ν
1. προκαλώ σκούριασμα, κάνω κάτι να καλυφθεί με σκουριά, οξειδώνω («το λεμόνι σκουριάζει τα μαχαιροπίρουνα»)
2. (αμτβ.) (για μέταλλα και μεταλλικά αντικείμενα) καλύπτομαι από σκουριά, οξειδώνομαι
3. φρ. «σκουριασμένες ιδέες»
μτφ. παμπάλαιες ιδέες, συντηρητικές, απηρχαιωμένες αντιλήψεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σκωριάζω < σκωρία. Το -ου- του τ. κατ' επίδραση του σκουριά].