Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπρώχνω

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

Ν
1. ωθώ προς κάποια κατεύθυνση
2. μτφ. α) προτρέπω, παρακινώ, παρασύρω («αυτός μέ έσπρωξε να το κάνω»)
β) εξωθώ προς τα άκρα, δεν δείχνω μετριοπάθεια («μην τά σπρώχνεις τα πράγματα»)
γ) (για άνδρα) συνουσιάζομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. προωθῶ με ανάπτυξη προθετικού σ- (πρβλ. σκύπτω < κύπτω), ενώ, κατ' άλλους, από αμάρτυρο εἰσπροωθῶ > εἰσπροώθω > εἰσπροώθνω > σπρώχνω].