Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρακινώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

παρακινῶ, -έω, ΝΜΑ
συμβουλεύω και συγχρόνως ενθαρρύνω κάποιον να κάνει κάτι, παρορμώ, ερεθίζω, εξωθώ, παροτρύνω
αρχ.
1. διαταράσσω, συγχέω
2. διαταράσσομαι, θολώνομαι
3. εγείρω ταραχές, σχηματίζω φατρίες, ενεργώ εναντίον καθεστώτων
4. κινώ σφοδρώς, διεγείρω σε μανία κάποιον
5. παθ. γίνομαι εκτός εαυτού, εξίσταμαι, παραφρονώ
6. (αμτβ.) α) είμαι γεμάτος πάθος, συγκινούμαι υπερβολικά
β) μεταβάλλω τη θέση μου, μετατρέπομαι, μεταβάλλομαι
7. μνημονεύω κάτι στην πάροδο του λόγου ή τυχαία
8. μτφ. ανακινώ θέμα για συζήτηση, διατυπώνω ερώτηση σχετικά με ένα ζήτημα.