Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπόρια

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

τα, Ν
1. οι σπόροι, τα σπέρματα («βγάλε τα σπόρια από τις ντομάτες»)
2. ψημένοι σπόροι ηλιόσπορου ή κολοκυθιού, πασατέμπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πληθ. του σπόρ-ι(ον), υποκορ. του αρχ. σπόρος ή υποχωρητ. σχηματ. από σπόρος κατά το σχήμα λόγος: λόγια].