Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στολίδι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το / στολίδιον ΝΜΑ
νεοελλ.
1. καθετί το οποίο κοσμεί ή διακοσμεί («η κόρη μου είναι το στολίδι του σπιτιού μου»)
2. φρ. «τα στολίδια του αϊνά»
ναυτ. ο τέρμονας
νεοελλ.-μσν.
κόσμημα
αρχ.
δερμάτινο χιτώνιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στολή + υποκορ. κατάλ. -ίδιον (πρβλ. σφαιρ-ίδιον)].