Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόρη

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: κόρη Medium diacritics: κόρη Low diacritics: κόρη Capitals: ΚΟΡΗ
Transliteration A: kórē Transliteration B: korē Transliteration C: kori Beta Code: ko/rh

English (LSJ)

ἡ, orig. κόρϝα (v. infr. B), with κόρ-η even in Att. Prose and Trag. dialogue; Dor. and Aeol. κόρα, Ar.Lys.1308 (lyr.), Alc.14, also Trag. in lyr. as A.Supp.145, S.OT508, E.Tr.561, and in the pr. n.: κούρα Pi.O.13.65, and twice in Trag. (in lyr.), v. infr. 1.3: Ion. κούρη, as always in Hom. (κόρη first in h.Cer.439): Dor. also κώρα Theoc.6.36, also Boeot., Corinn.Supp.1.48, 2.60 (but

   A κόρα IG7.71012, Ar.Ach.883, cf. κορικός, κόριλλα):—fem.of κόρος, κοῦρος.    1 girl, ἠΰτε κούρη νηπίη ἥ θ' ἅμα μητρὶ θέουσ' ἀνελέσθαι ἀνώγει Il.16.7; μήτε παῖδα μήτε κόραν Schwyzer 324.12 (Delph., iv B. C.); ἔτεκε κόραν IG42 (1).121.22 (Epid.); with reference to virginity, maiden, κόρην… οὐκέτ', ἀλλ' ἐζευγμένην S.Tr.536; παῖς κ. Ar.Lys.595, D.21.79 codd.; παρθενικὴ κ. E.Epigr.2; ἀδελφὴ κ. Th.6.56; ἀνεδέξαντο τὰς κόρας πέμψειν ἐν Ἴλιον Schwyzer 366 A2 (Tolophon, iii B. C.); of Nymphs, Pi.P.3.78; ἐνάλιοι κ. sea-nymphs, Ar.Th.325 (lyr.): Com., πρέσβειρα πεντήκοντα Κωπᾴδων κορᾶν, of eels, Id.Ach.883; τευθὶς καὶ Φαληρικὴ κ., i.e. ἀφύη, Eub.75.4; of maiden-goddesses, however old, as the Eumenides, A.Eu.68, S.OC127 (lyr.); the Phorcids, A.Pr.794; the Sphinx, S.OT508 (lyr.); the Fates, Pl.R.617d.    2 of a bride, Od.18.279; young wife, Il.6.247, E.Or.1438 (lyr.), Hdn.3.10.8; or concubine, as Briseis, Il.1.98, 337, 2.689; καταχύσματα… κατάχει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς κ. the bride, Theopomp.Com.14; of a ἑταίρα, AP5.4 (Stat.Flacc.), 219 (Agath.).    3 with gen. of a pr. n. added, daughter, νύμφαι κοῦραι Διός Il.6.420, cf. Sapph.65, E.Hel.168 (lyr.), Andr.897, etc.; κ. Διός, of Athene, A.Eu.415; Λητῴα κόρη, of Artemis, Id.Fr.170, S.El.570; κ. Ἰναχεία, κ. Θεστιάς, A.Pr.589, E.Hel.133; Γῆς τε καὶ Σκότου κόραι, i.e. the Furies, S.OC40; in Thess. Prose, Αἰσχυλὶς Σατύροι (gen.) κόρα IG9(2).1035 (Gyrton): without gen., Berl.Sitzb. 1927.7 (Locr., V B.C.): in voc., κούρα my daughter, A.Th.148, S.OC 180 (both lyr.); κόραι Ar.Pax119.    4 metaph., of a colony, Κύμης κ. Hom.Epigr.1.2; of newly-launched ships, Lyc.24.    II puppet, doll, as a child's plaything, Hyp.Fr.199 (v. infr. v), D.Chr.31.153; small votive image, Pl.Phdr.230b.    III pupil of the eye, because a little image appears therein (v. Pl.Alc.1.133a), κύκλοπα κούρην Emp.84.8, cf. S.Fr.710, E.Hec.972, al., Ar.V.7, Hp.Prorrh.2.20, Gal.UP10.4, Ruf.Onom.23; αἱ καλούμεναι κ. IG42(1).122.67 (Epid., iv B. C.); K. κόσμου, title of Hermetic tract, Stob.1.49.44 tit.    IV long sleeve reaching over the hand, X.HG2.1.8.    V the Attic drachma, because it bore a head of Athena, misinterpr. of Hyp.l.c. ap. Poll.9.74.    VI = ὑπέρεικον, Hp. ap. Gal.19.113.    VII Archit., female figures as supports, Caryatids, τοὺς λίθους… τοὺς ἐπὶ τῶν κορῶν IG12.372.86 (Erechtheum).    B Κόρη, Dor. Κόρα (Cret. Κώρα GDI5047), Ion. Κούρη, Arc.(?) Κόρϝα IG5(2).554 (provenance unknown), ἡ:—the Daughter (of Demeter), Persephone, τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κόρῃ (v.l. Κούρῃ) Hdt.8.65; ναὶ τὰν Κόραν Ar.V.1438; Δημήτηρ καὶ K. Id.Th.298, X.HG6.3.6, IG2.1217, etc.; τῆς Κόρης ἁρπασθείσης Isoc.4.28: less freq. K. Δήμητρος E.Alc.358, cf. Ar.Ra.337; K. τὴν Διὸς καὶ Δήμητρος Isoc.10.20.    II Δηοῦς κ., in Com., = flour, Antiph.52.9; so μεμαγμένη Δήμητρος κ. Eub.75.10.

German (Pape)

[Seite 1486] ἡ, ion. u. ep. κούρη, H. h. Cer. 439 ist κόρη bedenklich, dor. κώρα, Theocr. 6, 36; aber Pind. nur κόραι u. κοῦραι (vgl. κόρος, κοῦρος); – 1) Mädchen, Jungfrau, Tochter; ἠΰτε κούρη νηπίη, ἥθ' ἅμα μητρὶ θέουσ' ἀνελέσθαι ἀνώγει Il. 16, 7; von der Briseis, πρίν γ' ἀπὸ πατρὶ φίλῳ δόμεναι ἑλικώπιδα κούρην 1, 98, öfter; sehr gew. heißen die Nymphen κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο; die Braut, Od. 18, 279; die junge Frau, die Neuvermählte, Il. 6, 247; vgl. Eur. Or. 1436; die Tragg. gewöhnl. κόρη, aber auch κούρα, Aesch. Spt. 133, wie Soph. O. C. 176 (bei dem ἁ πτερόεσσα κόρα die Sphinx heißt, O. R. 509); Eur. I. T. 210; in Prosa nur κόρη, ἤδη δ' εἰς ἀνδρὸς ὥραν ἡκούσης τῆς κόρης Plat. Critia. 113 d, καὶ κόρας καὶ γυναῖκας Legg. VII, 813 e, παιδὸς οὔσης κόρης Dem. 21, 79. – Vorzugsweise heißt so in Attika Proserpina, Eur. Alc. 855 u. A.; ναὶ τὰν Κόραν, Ar. Vesp. 1438; τὰ Δήμητρος καὶ Κόρης ἱερά, Xen. Hell. 6, 3, 6. – 2) eine Puppe von Wachs, Thon od. anderen Stoffen, B. A. 272 τὸ σμικρὸν ἀγαλμάτιον τὸ γύψινον ἢ πήλινον; so ἀπὸ τῶν κορῶν τε καὶ ἀγαλμάτων Plat. Phaedr. 230 b; Sp.; Ep. ad. 115 (VI, 280). – 3) die Pupilleim Auge, weil in ihr ein Bildchen des Hineinsehenden erscheint, vgl. Plat. Alc. I, 133 a u. Medic. Oft bei Eur., ὀμμάτων ξηραῖς κόραις Or. 389; geradezu für Auge, προς βλέπειν ὀρθαῖς κόραις Hec. 979, vgl. Bacch. 746; κόραι στάζουσι δακρύοις Ion 876; auch in der Anth. – Nach Poll. 9, 74 auch eine Münze in Athen. – Bei Xen. Hell. 2, 1, 8 ein langer über die Hand hinaus reichender Aermel.

Greek (Liddell-Scott)

κόρη: ἡ, (οὐχὶ κόρα, οὐδὲ παρ’ Ἀττ., πλὴν τῶν λυρικῶν χωρίων τῶν Τραγ. Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 144, Σοφ. Ο. Τ. 508, Εὐρ. Τρῳ. 561, καὶ ἐν τῷ κυρίῳ ὀνόματι· ἀλλὰ κούρα Πινδ. Ο. 13. 92, καὶ δὶς παρὰ Τραγ. (ἐν λυρ. χωρίοις), ἴδε κατωτ. Ι. 3)· Ἰων. κούρη, ὡς ἀείποτε παρ’ Ὁμήρῳ· (κόρη κατὰ πρῶτον ἐν τῷ ὑπόπτῳ στίχῳ, Ὁμ. Ὕμ. εἰς Δήμ. 439)· Δωρ. κώρα, Θεόκρ. 6. 36· ― θηλ. τοῦ κόρος, κοῦρος. 1) ἐν σχέσει πρὸς τὴν παρθενίαν, παρθένος, κόρη, κοράσιον, Λατ. puella, ἠύτε κούρη νηπίη ἥθ’ ἅμα μητρὶ θέουσ’ ἀνελέσθαι ἀνώγει Ἰλ. Π. 7· κόρην... οὐκέτ’, ἀλλ’ ἐζευγμένην Σοφ. Τρ. 536· παῖς κ. Ἀριστοφ. Λυσ. 595, Δημ. 540. 4· παρθενικὴ κ. Εὐρ. παρ’ Ἀθην. 61Β· συχνὸν παρὰ κωμ. καὶ τῷ Πλάτ.· ― ἐπὶ τῶν νυμφῶν, Πινδ. Π. 3. 138· ἐνάλιοι κόραι, θαλάσσιαι νύμφαι, Ἀριστοφ. Θεσμ. 325· καὶ κωμικῶς, πρέσβειρα πεντήκοντα Κωπᾴδων κορᾶν, δηλ. ἐγχέλεων, ὁ αὐτ. ἐν Ἀχ. 883· οὕτω, τευθὶς καὶ Φαληρικὴ κ., δηλ. ἀφύη, Εὔβουλ. ἐν «Ὀρθάνῃ» 1. 4· ἐπὶ θεαινῶν παρθένων καὶ γραῖαι ἀκόμη ἂν ἦσαν, οἷον αἱ Εὐμενίδες, Αἰσχύλ. Εὐμ. 68, πρβλ. Σοφ. Ο. Κ. 127· αἱ Φορκίδες, Αἰσχύλ. Πρ. 794· ἡ Σφίγξ, Ο. Τ. 509· αἱ Μοῖραι, Πλάτ. Πολ. 617D. 2) ἐν σχέσει πρὸς τὴν νεότητα, νύμφη, Ὀδ. Σ. 279· νεαρὰ σύζυγος, Ἰλ. Ζ. 247· ἢ παλλακίς, ὡς τὸ Λατ. puella, ὡς ἡ Βρισηΐς, Α. 98, 337., Β. 689· τίκτει κόρη Ἑλένη πατρὸς κατ’ οἴκους Εὐρ. Ἀνδρ. 898, πρβλ. Ὀρ. 1436· καταχύσματα... κατάχει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς κόρης, Θεόπομπ. Κωμ. ἐν «Ἡδυχάρει» 3· ἴδε παρθένος. 3) μετὰ γεν. κυρίου ὀνόματος, = θυγάτηρ, Νύμφαι κοῦραι Διὸς Ἰλ. Ζ. 420, πρβλ. Εὐρ. Ἑλ. 168, κτλ.· κ. Διός, ἡ Ἀθηνᾶ, Αἰσχύλ. Εὐμ. 415· Λητῴας κόρης, ἐπὶ τῆς Ἀρτέμιδος, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 169, πρβλ. Σοφ. Ἠλ. 570· κ. Ἰναχείῃ, κ. Θεστιὰς Αἰσχύλ. Πρ. 590, Εὐρ. Ἑλ. 133· Γῆς τε καὶ Σκότου κόραι, αἱ Ἐρινύες, Σοφ. Ο. Κ. 40· ― ἐν τῇ κλητικῇ, κούρα, κόρη μου, Αἰσχύλ. Θήβ. 148, Σοφ. Ο. Κ. 180· κόραι Ἀριστοφ. Εἰρ. 119· πρβλ. θυγάτηρ, κόρος. 4) μεταφ. ἐπὶ ἀποικίας, Ὁμ. Ἐπιγρ. 1. 2· ― ἐπὶ πλοίων νεωστὶ καθελκυσθέντων, Λυκόφρ. 24. ΙΙ. πλαγγών, «κοῦκλα», Λατ. pupa, Πλάτ. Φαῖδρ. 230Β. ΙΙΙ. ἡ κόρη τοῦ ὀφθαλμοῦ, Λατ. pupa, pupula, pupilla, διότι μικρά τις εἰκὼν φαίνεται σχηματιζομένη ἐν αὐτῇ (ἴδε Πλάτ. Ἀλκ. 1. 133Α), κύκλοπα κούρην Ἐμπεδ. 227· ἀκολούθως ἐν Σοφ. Ἀποσπ. 634, συχνότερον παρ’ Εὐρ., Ἀριστοφ. Σφ. 7, Πλ. 635· ― ἡ μεταβολὴ τῆς σημασίας ἐν τῇ λέξει γλήνη εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετος πρὸς ταύτην, ἴδε τὴν λέξιν γλήνη ΙΙ. IV. μακρὰ χειρὶς («μανίκι») ἐκτεινομένη πέραν τῆς χειρὸς καὶ καλύπτουσα αὐτήν, Ξεν. Ἑλλ. 2. 1, 8, πρβλ. Κύρ. 8. 3, 10. 13. V. ἡ Ἀττικὴ δραχμὴ ὡς φέρουσα κεφαλὴν Ἀθηνᾶς, Ὑπερείδ. παρὰ Πολυδ. Θ΄, 74. VI. = ὑπέρεικον, Ἱππ. παρὰ Γαλην. Λεξ. VII. κόραι ἦτο ἡ κυρίως Ἑλληνικὴ ὀνομασία τῶν Καρυατίδων, Müller Archäol. d. Kunst. § 279· τοὺς λίθους... τοὺς ἐπὶ τῶν κορῶν, τοὺς στηριζομένους ἐπὶ τῶν Καρυατίδων ἐν τῷ Ἐρεχθείῳ, Συλλ. Ἐπιγρ. 160, στήλ. 1. 86. Β. Κόρη, Δωρ. Κόρα, Ἰων. Κούρη, ἡ, τὸ ὄνομα ὑφ’ ὃ ἡ Περσεφόνη ἐλατρεύετο ἐν τῇ Ἀττικῇ, ἡ κόρη, δηλ. ἡ θυγάτηρ τῆς Δήμητρος, τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κούρῃ Ἡρόδ. 8. 65· ναὶ τὰν Κόραν Ἀριστοφ. Σφ. 1348· Δημήτηρ καὶ Κ. ὁ αὐτ. ἐν Θεσμ. 298, Ξεν. Ἑλλ. 6. 3, 6· τῆς Κόρης ἁρπασθείσης Ἰσοκρ. 46Α· σπανιώτερον Κόρη Δήμητρος Εὐρ. Ἄλκ. 858, Ἱκέτ. 34, πρβλ. Ἀριστοφ. Βατρ. 337, Ἰσοκρ. 211Ε· ἀλλὰ Δηοῦς κ., παρὰ τοῖς κωμ., ἀντὶ τοῦ ἀλεύρου, Ἀντιφ. ἐν «Ἀφροδισίῳ» 1. 9· οὕτω, μεμαγμένη Δήμητρος κ. Εὔβουλ. ἐν «Ὀρθάνῃ» 1. 10· πρβλ. Δήμητρος παῖδ’ ὀπτόν... πλακοῦντα Ἀρχέστρ. παρ’ Ἀθην. 137Β.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
I. jeune fille, càd :
1 jeune vierge ; particul. la jeune vierge, nom de Perséphonè (v. Κόρη), ou du Sphinx, ou de Pallas ; αἱ κόραι les Furies, les Parques, les Phorcides;
2 fille (par rapport au père ou à la mère) : Νύμφαι κοῦραι Διός IL les Nymphes filles de Zeus ; κόρη Ἰνάχου SOPH la fille d’Inakhos (Io) ; κόρη Ἰναχείη ESCHL m. sign.
3 p. ext. jeune femme;
II. pupille de l’œil (à cause de la petite image qui s’y réfléchit);
III. longue manche des vêtements persans.
Étymologie: p. *κόρϜη > *κόϜρη, κούρη ; v. κοῦρος.

English (Autenrieth)

see κούρη.

Spanish

figurillas de niñas, pupilas

Greek Monolingual

η (ΑM κόρη, Α ιων. τ. κούρη, δωρ. και αιολ. τ. κόρα, δωρ. τ. και κώρα)
1. θυγατέρα, το παιδί θηλυκού γένους, το κορίτσι, σε αντιδιαστολή με το αγόρι (α. «έχει τρεις κόρες κι έναν γιο» β. «η κόρη του σπουδάζει στην Αγγλία» γ. «ἀσκήσεων ἀρρένων καὶ θηλειῶν κορῶν», Πλάτ.
δ. «Διὸς κόρη» — η Αθηνά, Αισχύλ.)
2. παρθένα (α. «τρεις μήνες παντρεμένη κι είναι ακόμα κόρη» β. «κόρην γάρ, οἶμαι, δ' οὐκέτ', ἀλλ' ἐζευγμένην», Σοφ.)
3. νέα γυναίκα, κοπέλα (α. «τώρα που τούτη η κόρη φαίνεται, το χόρτο γένεται άνθι απαλό», Σολωμ.
β. «Τρωάδες κόραι», Ευρ.)
4. αρχ. τύπος αγάλματος της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, χαρακτηριστικού της αρχαϊκής περιόδου, που παριστάνει όρθια ντυμένη γυναικεία μορφή η οποία συνήθως με το ένα χέρι στο στήθος ή προτεταμένο κρατά ένα πουλί ή έναν καρπό και με το άλλο σηκώνει ελαφρά τα ενδύματά της
5. το άνοιγμα στο κέντρο της ίριδας του ματιού μέσα από το οποίο περνούν οι φωτεινές ακτίνες προς τον κρυσταλλοειδή φακό («ὃ δὴ καὶ κόρην καλοῡμεν,...εἴδωλον ὄν τι τοῦ ἐμβλέποντος», Πλάτ.)
νεοελλ.
φρ. «ως κόρην οφθαλμού» — με μεγάλη προσοχή και στοργή, ως το πολυτιμότερο πράγμα
(νεοελλ.-μσν.)
1. αρχοντοπούλα
2. η αγαπημένη
3. η Παναγία
μσν.-αρχ.
νεαρή σύζυγος, νιόπαντρη
αρχ.
1. άγαλμα νεαρής γυναίκας
2. μακρύ μανίκι που κάλυπτε όλο το χέρι και εκτεινόταν και πέρα απ' αυτό («ὅτι αὐτᾦ ἀπαντῶντες οὐ διέωσαν διὰ τῆς κόρης τὰς χεῑρας», Ξεν.)
3. είδος θάμνου, το υπέρεικον
4. μτφ. α) αποικία
β) πλοίο που διαπλέει τη θάλασσα για πρώτη φορά
5. κούκλα, πλαγγόνα
6. συνεκδ. η αττική δραχμή, επειδή απεικόνιζε κεφαλή της Αθηνάς
7. προσωνυμία παρθένων θεαινών ή νυμφών ανεξάρτητα από ηλικία
8. ως κύριο όν. ἡ Κόρη
(στην Αττική) η κόρη της Δήμητρος, η Περσεφόνη («τὰ Δήμητρος καὶ κόρης ἄρρητα ἱερά», Ξεν.)
9. φρ. (στους κωμικούς) «Δήμητρος κόρη» ή «Δηοῡς κόρη» — το αλεύρι («μεμαγμένη Δήμητρος κόρη», Εύβουλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Θηλ. του κόρος. Η κόρη του ματιού ονομάστηκε έτσι επειδή σ' αυτήν διακρίνεται το οπτικό είδωλο.
ΠΑΡ. κοράσι(ον), κορικός
αρχ.
κοραίος, κόρειος, κορεύομαι, κορίδιον, κορίλλα, Κόριννα, κόριον, κορίσκη, κορύδιον
αρχ.-μσν.
κορίζομαι
μσν.- νεοελλ.
κορίτσι.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. Κοράγια, Κοραγοί. (Β' συνθετικό) αρχ. τετρακόρη, ψευδοκόρη
νεοελλ.
ακριβοκόρη, αρχοντοκόρη, βασιλοκόρη, γεροντοκόρη, διαβολοκόρη, λεβεντοκόρη, μοναχοκόρη, παρακόρη, ρηγοκόρη, τρελοκόρη, ψυχοκόρη].

Greek Monotonic

κόρη: ἡ, σπανίως κόρᾱ, ακόμα και στην Αττ.· Ιων. κούρη, Δωρ. κώρα· θηλ. του κόρος, κοῦρος.
Α. I. 1. παρθένος, ανύπανδρη κοπέλα, δεσποινίδα, Λατ. puella, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ. κ.λπ.
2. νύφη, νιόπαντρη, σε Όμηρ., Ευρ.
3. κόρη, κοῦραι Διός, σε Ομήρ. Ιλ.· κ. Διός, λέγεται για την Αθηνά, σε Αισχύλ.· στην κλητ. κούρα, κόρη μου, στον ίδ., σε Σοφ.
II. η κόρη του ματιού, Λατ. pupula, επειδή εκεί μέσα εμφανίζεται μια μικρή εικόνα, σε Ευρ., Αριστοφ.
III. μακρύ μανίκι που καλύπτει όλο το χέρι, σε Ξεν. Β.Κόρη, Δωρ. Κόρα, Ιων. Κούρη, ἡ, η Κόρη, η κόρη (της Δήμητρας), όνομα με το οποίο λατρευόταν η Περσεφόνη στην Αττική, τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κούρῃ, σε Ηρόδ. κ.λπ.· Δημήτηρ καὶ Κόρη, σε Ξεν. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

κόρη: эп.-ион. κούρη, Trag. тж. κόρα и κούρα, дор. κώρα
1) девушка, дева (κόραι καὶ γυναῖκες Plat.): ἐνάλιοι κόραι Arph. морские девы, т. е. нимфы; ἁ πτερόεσσα κόρα Soph. крылатая дева, т. е. Сфинкс;
2) невеста: κούρης φίλοισι δῶρα δόμεναι Hom. преподносить подарки близким невесты;
3) молодая женщина, жена (προσεῖπεν Ὀρέστας Λάκαιναν κόραν, sc. Ἑλένην Eur.);
4) дочь: κ. Διός Hom. = Ἀθήνη; Λητῴα κ. Soph. = Ἄρτεμις; κ. Ἰναχείη Aesch. = Ἰώ; Γῆς τε καὶ Σκότου κόραι Soph. дочери Земли и Мрака, т. е. Эринии;
5) изваяние девушки, женская статуэтка: κόραι τε καὶ ἀγάλματα Plat. женские статуэтки и (другие) изображения или (как hendiadys) женские изваяния;
6) зрачок (ὀμμάτων κόραι Eur.);
7) глаз (κόραι στάζουσι δακρύοις Eur.);
8) (в персидской одежде) длинный и широкий рукав (διωθεῖν διὰ τῆς κόρης τὰς χεῖρας Xen.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κόρη -ης, ἡ, Dor. κούρα, κώρα, κόρα, Aeol. κόρα meisje, jonge vrouw; dochter:; Νύμφαι κοῦραι Διός Nimfen, dochters van Zeus Il. 6.420; met adj.: κ. Ἰναχείη dochter van Inachos Aeschl. PV 589. poppetje, beeldje:. ἀπὸ τῶν κορῶν te oordelen naar de votiefbeeldjes Plat. Phaedr. 230b. poppetje, pupil van het oog (vanwege het beeld dat in de pupil wordt gereflecteerd). lange mouw (van Perzisch gewaad).

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: young girl, daughter, metaph. pupil, archit. female figure, also name of the daughter of Persephone (IA., Arc.); on the contents Kerényi Paideuma 1, 341ff. (h. Cer. 439). Zumbach Neuerungen 57
Other forms: ep. Ion. κούρη (Il.), Dor. κώρα, κόρα, Arc. Cor. κόρϜα
Dialectal forms: Myc. kowo, kowa
Compounds: Some compp., e. g. κορο-πλάθος m. sculptor of semale figures (Att.).
Derivatives: Several diminut.: κόριον, Dor. (Megar.) κώριον (Ar., Theoc.) with κορίδιον (Delphi, Naupaktos); κορίσκη (Pl. Com.) with -ίσκιον (Poll.); also Κορίσκος m. name of an arbitrary man (Arist.), also as PN (D. L.); κοράσιον (hell.; Schwyzer 471 n. 5) with -ασίδιον (Arr.), -ασίς (Steph. Med.), -ασιώδης (Com. Adesp., Plu.); κόριλλα, Κόριννα (Boeot.; Chantraine Formation 252 u. 205); κορύδιον (Naupaktos). - Adjectives: κουρίδιος (Ion. Il.), prop. of a young lady, untouched, then matrimonial, lawfull (ἄλοχος, πόσις, λέχος a. o.; on the meaning Bechtel Lex. s. v., on the formation Schwyzer 467, Chantraine Formation 40); κουρήϊος of a young lady (h. Cer. 108; Zumbach Neuerungen 14); Κόρειος of Κόρη, Κόρειον, pl. temple, resp. feast of Κόρη (Attica, Plu.); κοραῖος of a girl (Epic. in Arch. Pap. 7, 8), κορικός id. (hell.; Chantraine Ét. sur le vocab. gr. 121). *Κορίτης (-τις) servant of Κόρη in Κορειτῆαι pl. for *Κοριτεῖαι service of Κόρη? (Lycosoura). - Verbs: κορεύομαι pass ones maidenhood (E.), loose ... (Pherecyd.) with κόρευμα, κορεία maidenhood' (E., resp. D. Chr., AP); κορίζομαι prop. *"treat like a maiden (child)", caress (Ar.), ὑπο- κόρη call with endearing names, address (Pi., Att.). - Beside κόρη or perhaps formed from it (s. below): κόρος (trag., Pl. Lg., Plu.; also Dor.), ep. κοῦρος, Theoc. κῶρος m. youth, boy, son (Il.). Compp., e. g. ἄ-κουρος without son (η 64), κουρο-τρόφος educating youths (Od.); on Διόσκουροι s. v. - Derivv: κούρητες m. pl. younge warrior (Il.), Κουρῆτες, Dor. Κωρ- (Hes., Crete etc.) Cureten, name of divine beings, which dance a weapon-dance around the Zeus child etc. (Hes. Fr. 198, Crete etc.) with Κουρητικός, -ῆτις, κουρητεύω, κουρητισμός (hell.); on the formation of κούρητες Schwyzer 499, Chantraine Formation 267; on the accent Wackernagel Gött. Nachr. 1914, 106 (= Kl. Schr. 2, 1163); also v. Wilamowitz Glaube 1, 129 n. 1. To κοῦρος also κουρώδης boy-like, prob. also κούριος youthful (Orph. A., Orac. ap. Paus. 9, 14, 3), κουροσύνη, -Dor. youth (Theoc., AP), -συνος youthful (AP). - κουρίζω be a young man, maiden (χ 185), educate a youth (Hes.), κουριζόμενος ὑμεναιούμενος H. -.
Origin: IE [Indo-European] [577] *ḱerh₁- grow
Etymology: The more limited attestation of masc. κοῦρος, κόρος compared with general κούρη, κόρη perhaps indicates that the masc. was an innovation to fem. PGr. *κόρϜα; s. Lommel Femininbildungen 7ff. As masc. counterpart there were e. g. παῖς and νεανίας. - That κόρϜα, *κόρϜος come from the root of κορέννυμι, is generally ccepted, but the exact jugment is difficult: prop. abstractformation, as "growth, flourishing, blossom"? The meaning sprout, branch for κόρος (rare : Lysipp. 9, Hp. ap. Gal. 19, 113) is hardly very old, but developed from son or the like (or from κείρω?, s. on κοῦρος). Note κόρυξ νεανίσκος H. (beside κόριψ id. and Κόρυψ Boeot. PN, s. Bechtel Namenstudien 29f.), which may have an intermediate u-stem; Specht Ursprung 148. Further s. κορέννυμι. - κοῦρος not with Bezzenberger, Fick and Bechtel (s. Lex. s. v.) to Lith. šárvas armament, κόρυς helm; s. Kretschmer Glotta 8, 254.

Middle Liddell

κόρη, ἡ, rarely κόρᾱ, even in attic
A. fem. of κόρος, κοῦρος
1. a maiden, maid, damsel, Lat. puella, Il., Soph., etc.
2. a bride, young wife, Hom., Eur.
3. a daughter, κοῦραι Διός Il.; κ. Διός, of Athene, Aesch.:—in voc., κούρα my daughter, Aesch., Soph.
II. the pupil of the eye, Lat. pupula, because a little image appears therein, Eur., Ar.
III. a long sleeve reaching over the hand, Xen.
B. Κόρη, doric Κόρα, ionic Κούρη, ἡ, Cora, the Daughter (of Demeter), name under which Persephone (Proserpine) was worshipped in Attica, τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κούρῃ Hdt., etc.; Δημήτηρ καὶ Κόρη Xen., etc. {{FriskDe |ftr=κόρη: (seit h. Cer. 439; Zumbach Neuerungen 57),
{kórē}
Forms: ep. ion. κούρη (seit Il.), dor. κώρα, κόρα, ark. kor. κόρϝα — Myk. ko-wo, ko-wa.
Grammar: f.
Meaning: Jungfrau, Mädchen, Tochter, übertr. Pupille, Puppe, archit. weibliche Figur, auch N. der Tochter der Persephone (ion. att., ark.); zum Bedeutungsinhalt Kerényi Paideuma 1, 341ff.
Composita : Einige Kompp., z. B. κοροπλάθος m. Bildner weiblicher Figuren (att.).
Derivative: Ableitungen. Zahlreiche Deminutiva: κόριον, dor. (megar.) κώριον (Ar., Theok. u. a.) mit κορίδιον (Delphi, Naupaktos); κορίσκη (Pl. Kom. u. a.) mit -ίσκιον (Poll.); dazu Κορίσκος m. N. zur Angabe eines beliebigen Mannes (Arist. u. a.), auch als EN (D. L.); κοράσιον (hell. u.sp.; Schwyzer 471 A. 5 m. Lit.) mit -ασίδιον (Arr.), -ασίς (Steph. Med.), -ασιώδης (Kom. Adesp., Plu.); κόριλλα, Κόριννα (böot.; Chantraine Formation 252 u. 205); κορύδιον (Naupaktos). — Adjektiva: κουρίδιος (ion. poet. seit Il.), eig. jungfräulich, unberührt, die in jungfräulicher Unberührtheit Gefreite, dann ehelich, rechtmäßig (ἄλοχος, πόσις, λέχος u. a.; zur Bed. Bechtel Lex. s. v., zur Bildung Schwyzer 467, Chantraine Formation 40); κουρήϊος jungfräulich (h. Cer. 108; Zumbach Neuerungen 14); Κόρειος [[zu Κόρη gehörig]], Κόρειον, -α pl. Tempel, bzw. [[Fest der Κόρη (Attika, Plu.); κοραῖος zum Mädchen gehörig (Epik. in Arch. Pap. 7, 8), κορικός ib. (hell. u. sp.; Chantraine Ét. sur le vocab. gr. 121). *Κορίτης (-τις) ‘Diener(in) der Κόρη’ im Κορειτῆαι pl. für *Κοριτεῖαι ‘Dienst der Κόρη?’ (Lykosoura). — Verba: κορεύομαι die Jungfrauschaft verleben (E.), die Jungfrauschaft verlieren (Pherekyd.) mit κόρευμα, κορεία Junfrauenstand’ (E., bzw. D. Chr., AP); κορίζομαι eig. *,,wie ein Mädchen (Kind) behandeln", liebkosen (Ar.), ὑπο- ~ mit Kosenamen benennen, anreden (Pi., att.). — Neben κόρη oder vielleicht davon gebildet (vgl. unten): κόρος (Trag., Pl. Lg., Plu. u. a.; auch dor.), ep. poet. κοῦρος, Theok. κῶρος m. Jüngling, Knabe, Sohn (seit Il.). Kompp., z. B. ἄκουρος ohne Sohn (η 64), κουροτρόφος Jünglinge ernährend (Od. usw.); zu Διόσκουροι s. bes. — Ableitungen: κούρητες m. pl. waffenfähige Junglinge, junge Krieger (Il.), Κουρῆτες, dor. Κωρ- (Hes., Kreta usw.) Kureten, N. göttlicher Wesen, die um das Zeuskind einen Waffentanz ausführten usw. (Hes. Fr. 198, Kreta usw.) mit Κουρητικός, -ῆτις, κουρητεύω, κουρητισμός (hell. u. sp.); zur Bildung von κούρητες Schwyzer 499, Chantraine Formation 267; zur Betonung Wackernagel Gött. Nachr. 1914, 106 (= Kl. Schr. 2, 1163) m. Lit.; dazu noch v. Wilamowitz Glaube 1, 129 A. 1. Zu κοῦρος noch κουρώδης knabenähnlich (Aus.), wohl auch κούριος jugendlich (Orph. A., Orac. ap. Paus. 9, 14, 3), κουροσύνη, -dor. -α Jugend (Theok., AP), -συνος jugendlich (AP). — Sowohl auf κόρη (κούρη) wie auf κοῦρος beziehbar ist κουρίζω junger Mann, Mädchen sein (ep. seit χ 185), ‘einen Jüngling (zum Manne) erziehen’ (Hes.), κουριζόμενος· ὑμεναιούμενος H.
Etymology : Das beschränktere Vorkommen von mask. κοῦρος, κόρος im Vergleich zu dem über die ganze Gräzität verbreiteten κούρη, κόρη läßt vielleicht den Schluß zu, daß das Mask. als Neubildung zum Fem. urgr. *κόρϝα hinzutrat; s. Lommel Femininbildungen 7ff. (wo auch über andere Wörter der betr. Sippe). Als mask. Gegenstücke dienten z. B. παῖς und νεανίας. — Daß κόρϝα, *κόρϝος zur Sippe von κορέννυμι gehört, dürfte als sicher gelten, aber die nähere Beurteilung ist schwierig: eig. Abstraktbildung, etwa "Wuchs, Gedeihen, Blüte"? Die Bed. Sproß, Ast bei κόρος (sehr vereinzelt: Lysipp. 9, Hp. ap. Gal. 19, 113) ist trotzdem kaum uralt (Vermutung darüber bei WP. 1, 408), sondern aus Sohn od. ähnl. entwickelt, wenn nicht zu κείρω, vgl. zu κοῦρος. Zu bemerken ist κόρυξ· νεανίσκος H. (neben κόριψ ib. und Κόρυψ böot. PN, s. Bechtel Namenstudien 29f.), das einen vermittelnden u-Stamm enthalten kann; Specht Ursprung 148. Weiteres s. κορέννυμι. — κοῦρος nicht mit Bezzenberger, Fick und Bechtel (s. Lex. s. v.) zu lit. šárvas Rüstung, κόρυς Helm; s. Kretschmer Glotta 8, 254 und WP. a. a. O.
Page 1,920-921 }}