Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνεκκλίνω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: συνεκκλίνω Medium diacritics: συνεκκλίνω Low diacritics: συνεκκλίνω Capitals: ΣΥΝΕΚΚΛΙΝΩ
Transliteration A: synekklínō Transliteration B: synekklinō Transliteration C: synekklino Beta Code: sunekkli/nw

English (LSJ)

[ῑ],

   A decline (morally) together, Posidon. ap. Gal.5.469.

Greek (Liddell-Scott)

συνεκκλίνω: [ῑ], ἐκκλίνω, κάμπτω κατὰ μέρος ἢ πλαγίως ὁμοῦ, Διόδ. 3. 26· ἀλλ’ ὁ Δινδ. συνεγκλ-.

Greek Monolingual

Α ἐκκλίνω
παρεκτρέπομαι, παρασύρομαι μαζί με κάποιον.

Greek Monolingual

Α ἐκκλίνω
παρεκτρέπομαι, παρασύρομαι μαζί με κάποιον.