Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωμασκώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-έω, Α
1. ασκώ το σώμα μου, γυμνάζομαι
2. φρ. «σωμασκῶ ἐμαυτόν»
i) συνηθίζω στη σκληραγωγία (Διογ. Λαέρ.)
ii) «σωμασκῶ τὸν πόλεμον» — προετοιμάζομαι για πόλεμο (Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. της λ. σωμασκία.