Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωμασκώ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-έω, Α
1. ασκώ το σώμα μου, γυμνάζομαι
2. φρ. «σωμασκῶ ἐμαυτόν»
i) συνηθίζω στη σκληραγωγία (Διογ. Λαέρ.)
ii) «σωμασκῶ τὸν πόλεμον» — προετοιμάζομαι για πόλεμο (Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. της λ. σωμασκία.