Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωμασκία

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: σωμασκία Medium diacritics: σωμασκία Low diacritics: σωμασκία Capitals: ΣΩΜΑΣΚΙΑ
Transliteration A: sōmaskía Transliteration B: sōmaskia Transliteration C: somaskia Beta Code: swmaski/a

English (LSJ)

ἡ,

   A bodily exercise, athletic training of the body, Pl.Phlb.30b, Lg.646d, 674b, X.Mem.3.9.11, Ph.2.8 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1059] ἡ, Leibesübung, bes. im Ringen; Plat. Phil. 30 b Legg. II, 674 b; Xen. Mem. 3, 9, 11; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

σωμασκία: ἡ, σωματικὴ ἄσκησις, γύμνασις τοῦ σώματος, μάλιστα ἀθλητική, Πλάτ. Φίληβ. 30Β, Νόμ. 646D, 674Β, Ξεν. Ἀπομν. 3. 9, 11, κλπ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
exercices du corps.
Étymologie: σωμασκέω.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ
σωματική άσκηση, αθλητική γύμναση («ἐπεμελεῑτο δὲ καὶ σωμασκίας», Διογ. Λαέρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. εκ συναρπαγής από τη φρ. σῶμα ἀσκῶ με την κατάλ. τών θηλ. -ία].

Greek Monotonic

σωμασκία: ἡ, σωματική άσκηση, εκγύμναση σώματος, ιδίως εξάσκηση στα αθλήματα, σε Ξεν. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

σωμασκία: ἡ телесные упражнения, гимнастика Xen., Plat., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σωμασκία, -ας, ἡ [σῶμα, ἀσκέω] lichaamsoefening.

Middle Liddell

σωμασκία, ἡ,
bodily exercise, training of the body, esp. of an athletic kind, Xen., etc.