Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματοβλάβεια

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: σωμᾰτοβλάβεια Medium diacritics: σωματοβλάβεια Low diacritics: σωματοβλάβεια Capitals: ΣΩΜΑΤΟΒΛΑΒΕΙΑ
Transliteration A: sōmatoblábeia Transliteration B: sōmatoblabeia Transliteration C: somatovlaveia Beta Code: swmatobla/beia

English (LSJ)

[βλᾰ], ἡ,

   A bodily harm, or injury, Procl.Par.Ptol. 209.

Greek (Liddell-Scott)

σωμᾰτοβλάβεια: ἡ, σωματικὴ βλάβη. Πρόκλ. παράφρ. Πτολ. σ. 209.

Greek Monolingual

ἡ, Α
σωματική βλάβη, κάκωση του σώματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -βλάβεια (< -βλαβής < βλάβη), πρβλ. φρενο-βλάβεια].