Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματοφόρος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: σωμᾰτοφόρος Medium diacritics: σωματοφόρος Low diacritics: σωματοφόρος Capitals: ΣΩΜΑΤΟΦΟΡΟΣ
Transliteration A: sōmatophóros Transliteration B: sōmatophoros Transliteration C: somatoforos Beta Code: swmatofo/ros

English (LSJ)

ον,

   A bearing a metallic substance, γῆ Olymp.Alch.p.71 B.

Greek (Liddell-Scott)

σωμᾰτοφόρος: -ον, ὁ σῶμαπτῶμα φέρων, Νικήτ. Δαυΐδ Παραφρ. Γρηγ. Ναζ. σ. 66, 19, ἔκδ. Drenk.

Greek Monolingual

-ον, ΜΑ
(για τον Χριστό) αυτός που φέρει, που έχει σώμα
μσν.
αυτός που μεταφέρει νεκρό
αρχ.
(για έδαφος) αυτός που περιέχει μεταλλικές ουσίες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -φόρος (< φέρω)].