Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματόμορφος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ον, Μ
με μορφή σωματική («οἱ σωματόμορφον τὸν Θεὸν δογματίσαντες», Αναστ. Σιν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -μορφος (< μορφή), πρβλ. γυναικό-μορφος].