Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σόλο

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

το, Ν
1. α) σύνολο ή μέρος μουσικής σύνθεσης για φωνή ή για όργανο, που είναι γραμμένο για έναν και εκτελείται ή ερμηνεύεται από έναν μόνο εκτελεστή ή ερμηνευτή («σόλο βιολί»)
β) (ειδικά) μονωδία
2. αυτοσχεδιασμός ποικίλης έκτασης που αναπτύσσει ένας μουσικός τζαζ πάνω σε ένα θέμα με την υποστήριξη του ρυθμικού τμήματος ή της ορχήστρας
3. μέρος μπαλέτου που χορεύεται από έναν μόνον χορευτή
4. (στο χαρτοπαίγνιο της πρέφας) η περίπτωση κατά την οποία ένας παίκτης που έχει κάνει την αγορά πιάνει χαρτωσιές κατά δύο λιγότερες από όσες έχει δηλώσει, αλλ. σολαρία
5. μτφ. πράξη, ενέργεια που εκτελείται από ένα μόνον άτομο («αυτός τά πίνει σόλο»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. solo < λατ. solus «μόνος»].