Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύγκοσμος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: σύγκοσμος Medium diacritics: σύγκοσμος Low diacritics: σύγκοσμος Capitals: ΣΥΓΚΟΣΜΟΣ
Transliteration A: sýnkosmos Transliteration B: synkosmos Transliteration C: sygkosmos Beta Code: su/gkosmos

English (LSJ)

ὁ,

   A fellow-κόσμος, at Praesus, SIG524.3 (iii B.C.), Historia5.226.

Greek Monolingual

ὁ, Α
(στην Πραίσο της Κρήτης) αυτός που έχει μαζί με κάποιον άλλο το αξίωμα του διοικητή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -κόσμος (< κόσμος «ένας από τους δέκα ανώτατους άρχοντες τών δωρικών πολιτευμάτων στην Κρήτη»)].

Greek Monolingual

ὁ, Α
(στην Πραίσο της Κρήτης) αυτός που έχει μαζί με κάποιον άλλο το αξίωμα του διοικητή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -κόσμος (< κόσμος «ένας από τους δέκα ανώτατους άρχοντες τών δωρικών πολιτευμάτων στην Κρήτη»)].