Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τάξιμο

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

και τάσσιμο, το, Ν
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τάζω, υπόσχεση
2. υπόσχεση για αφιέρωση σε ναό, τάμα
3. (κατ' επέκτ.) αντικείμενο προσφερόμενο σε άγιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. έταξα του τάζω + κατάλ. -ιμο (πρβλ. παίξ-ιμο)].