Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παίξιμο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το
1. το να παίζει κανείς
2. ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια
3. η εκτέλεση μουσικού κομματιού
4. παράσταση έργου από θίασο
5. ερμηνεία ρόλου από ηθοποιό
6. ενασχόληση με ομαδικό άθλημα
7. ελαφριά κίνηση («το παίξιμο του ματιού»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. παιξ- του παίζω (πρβλ. παιξοῦμαι, ἔπαιξα) + κατάλ. -ιμο (πρβλ. πρήξ-ιμο)].