Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τάπωμα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

το, Ν ταπώνω
1. κλείσιμο με τάπα, πωματισμός
2. το αντικείμενο με το οποίο ταπώνει κανείς, βούλλωμα, τάπα
3. (στην καλαθοσφαίριση) κίνηση με την οποία ο αντίπαλος παίκτης χτυπάει την μπάλα κατά την άνοδό της προς τη στεφάνη για να μην σημειωθεί καλάθι.