Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τάπα

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

η, Ν
1. πώμα ιδίως από φελλό ή ξύλο
2. χάρτινο βύσμα κατάλληλο για συγκράτηση της γόμωσης τών εμπροσθογεμών όπλων
3. (στην καλαθοσφαίριση) κίνηση με την οποία ο αντίπαλος παίκτης χτυπάει την μπάλα κατά την άνοδό της προς τη στεφάνη για να μην σημειωθεί καλάθι
4. φρ. α) «έγινε τάπα»
(ενν. στο μεθύσι) έγινε τύφλα στο μεθύσι
β) «του [ή της] έριξε τάπα»
μτφ. τον [ή τήν] αποστόμωσε.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. tape].