Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τέντωμα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το, Ν τεντώνω
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τεντώνω, τάνυσμα, τσίτωμα («το τέντωμα του σχοινιού»)
2. ξεδίπλωμα («το τέντωμα του πανιού»)
3. μτφ. διάπλατο άνοιγματέντωμα της θύρας»).