Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταξινομικός

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

-ή, -ό, Ν
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ταξινόμηση
2. φρ. α) «ταξινομικά χαρακτηριστικά»
βιολ. χαρακτηριστικά μορφολογικά, φυσιολογικά, συμπεριφοράς ή δομής, τα οποία οι συστηματικοί απομονώνουν από τα άλλα χαρακτηριστικά του οργανισμού και βάσει τών οποίων κάνουν συγκρίσεις και εκτιμήσεις
β) «ταξινομική βαθμίδα»
βιολ. η θέση, το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται μία ταξινομική κατηγορία στην ιεραρχία του συστήματος ταξινόμησης
γ) «ταξινομική κατηγορία»
βιολ. ταξινομική ομάδα η οποία έχει παραδοσιακά και συμβολικά γίνει αποδεκτή στην ιεραρχία ενός συστήματος ταξινόμησης και έχει λάβει την ονομασία του είδους, του γένους, της οικογένειας και τών άλλων υποδιαιρέσεων.
επίρρ...
ταξινομικώς και ταξινομικά Ν
1. με ταξινόμηση
2. σε ό,τι αφορά την ταξινόμηση, από ταξινομική πλευρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ταξινόμος. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στον Ιωάνν. Πανταζίδη].