Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τερματοφύλακας

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ο, Ν
(κυρίως στο ποδόσφαιρο) παίκτης που έχει ως αποστολή τη φύλαξη του τέρματος ή εστίας ώστε να μην σημειώσει τέρμα η αντίπαλη ομάδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τέρμα, -ατος + φύλακας (πρβλ. οπισθο-φύλακας)].