Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τερματοφύλακας

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ο, Ν
(κυρίως στο ποδόσφαιρο) παίκτης που έχει ως αποστολή τη φύλαξη του τέρματος ή εστίας ώστε να μην σημειώσει τέρμα η αντίπαλη ομάδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τέρμα, -ατος + φύλακας (πρβλ. οπισθο-φύλακας)].