Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοξοβολία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

τοξοβολία: ἡ, τὸ τοξοβολεῖν, βάλλειν διὰ τοῦ τόξου, Σχόλ. εἰς Λυκόφρ. 456.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ τοξοβόλος
1. η βολή με τόξο
2. (αθλ.) αγώνισμα που εκτελείται με ειδικής κατασκευής σύγχρονα τόξα και που έχει εισαχθεί και στους ολυμπιακούς αγώνες.