Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοξοβόλος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τοξοβόλος Medium diacritics: τοξοβόλος Low diacritics: τοξοβόλος Capitals: ΤΟΞΟΒΟΛΟΣ
Transliteration A: toxobólos Transliteration B: toxobolos Transliteration C: toksovolos Beta Code: tocobo/los

English (LSJ)

ον,

   A shooting with the bow, AP9.179 (Leon.), 12.181 (Strat.).

German (Pape)

[Seite 1128] mit Bogen und Pfeilen schießend, Χάριτες Strat. 23 (XII, 181).

Greek (Liddell-Scott)

τοξοβόλος: -ον, ὁ βάλλων διὰ τοῦ τόξου, Ἀνθ. Π. 9. 179., 12. 181.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui tire de l’arc, qui lance des flèches.
Étymologie: τόξον, βάλλω.

Greek Monolingual

-ο /τοξοβόλος, -ον, ΝΜΑ
αυτός που βάλλει με τόξα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τόξον + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. σφαιρο-βόλος.

Greek Monotonic

τοξοβόλος: -ον (βάλλω), αυτός που χτυπάει με τόξο, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

τοξοβόλος: мечущий (пускающий) стрелы (Χάριτες Anth.).

Middle Liddell

τοξο-βόλος, ον, βάλλω
shooting with the bow, Anth.