Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρεμούλιασμα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το, Ν τρεμουλιάζω
1. τρομώδης κίνηση, κατάσταση κατά την οποία γίγονται συνεχείς παλμικές κινήσεις, τρεμούλα
2. ρίγος, ανατριχίλα
3. μεγάλος φόβος, τρόμος.