Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρεμούλιασμα

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το, Ν τρεμουλιάζω
1. τρομώδης κίνηση, κατάσταση κατά την οποία γίγονται συνεχείς παλμικές κινήσεις, τρεμούλα
2. ρίγος, ανατριχίλα
3. μεγάλος φόβος, τρόμος.