Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπέρμαχος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο / ὑπέρμαχος, -ον, ΝΜΑ
πρόμαχος, υπερασπιστής («τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», Ακολουθ. Ακαθ. Ύμνου Κοντάκ.)
νεοελλ.
συνεκδ. ένθερμος οπαδός, αγωνιστής, μαχητήςυπέρμαχος της ισοτιμίας τών εθνών»)
μσν.
φίλερις, καβγατζής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + -μαχος (< μάχομαι), πρβλ. πρό-μαχος, σύμ-μαχος].