Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπεράσπιση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / ὑπεράσπισις, -ίσεως, ΝΜ ὑπερασπίζω
η ενέργεια του υπερασπίζω, προστασία, υποστήριξηυπεράσπιση τών συνόρων»)
νεοελλ.
1. συνηγορία στο δικαστήριο, παρουσίαση στοιχείων υπέρ του κατηγορουμένου
2. ο συνήγορος ή το σύνολο τών συνηγόρων («τον λόγο έχει η υπεράσπιση»).