Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υποχρεωτικός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

-ή, -ό, Ν
1. αυτός που επιβάλλεται από υποχρέωση, από ανάγκη
2. περιποιητικός, εξυπηρετικός («ήταν πολύ υποχρεωτικός στην φιλοξενία του»).
επίρρ...
υποχρεωτικώς και υποχρεωτικά Ν
αναγκαστικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπόχρεως. Η λ. μαρτυρείται από το 1816 στον Ν. Παπαδόπουλο, ενώ το επίρρ. υποχρεωτικώς από το 1806 στον Δ. Γουζέλη].