Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υποχωρητικός

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

-ή, -ό / ὑποχωρητικός, -ή, -όν, ΝΜΑ ὑποχωρῶ
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε υποχώρηση
2. συγκαταβατικός, συμβιβαστικός («τὸ μὴ ἰταμὸν ἡμῶν... ἀλλ' ὑποχωρητικόν τε καὶ μέτριον», Γρηγ. Νύσσ.)
3. φρ. «υποχωρητικός σχηματισμός» — η παραγωγή μιας λέξης κατά τρόπο αντίστροφο από τον θεωρούμενο ως ιστορικά κανονικό, δηλαδή η παραγωγή ενός ουσιαστικού από ρήμα ή, σπανιότερα, ενός επιθέτου από επίρρημα, όπως λ.χ. στην περίπτωση κατρακυλώ > κατρακύλα (η)
επίρρ...
υποχωρητικώς και υποχωρητικά Ν
με υποχώρηση ή με υποχωρήσεις.