Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φασαρία

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η, Ν
1. θόρυβος, ταραχή, αναστάτωση
2. φορτική ασχολία, μπελάς
3. στον πληθ. οι φασαρίες·πολιτικές ταραχές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. fassaria].