Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θόρυβος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: θόρῠβος Medium diacritics: θόρυβος Low diacritics: θόρυβος Capitals: ΘΟΡΥΒΟΣ
Transliteration A: thórybos Transliteration B: thorybos Transliteration C: thoryvos Beta Code: qo/rubos

English (LSJ)

ὁ,

   A noise, esp. the confused noise of a crowded assembly, uproar, clamour, Pi.O.10(11).72, Th.8.92, etc.; θόρυβος βοῆς a confused clamour, S.Ph.1263; θ. στρατιωτῶν Ar.Ach.546; θ. Πυκνίτης Com.Adesp.45D.; θ. παρέχειν ἐν ταῖς βουλαῖς καὶ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις OGI48.9 (Ptolemais, iii B.C.); less freq. of an individual, E.Or.905; of animals, θόρυβον δ' οὐκ ἐφίλησαν ὄνων Call.Aet.Oxy.2079.30.    2 esp. in token of approbation or the contrary, Pl.R.492b, 492c:    a applause, θ. Ληναΐτης Ar.Eq.547; θ. καὶ ἔπαινος Pl.Prt.339d, D.19.195; θόρυβον καὶ κρότον ἐποιήσατε Id.21.14.    b groans, murmurs, And.2.15; μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ' ἡμᾶς great murmurs are abroad among us, S.Aj.142(anap.).    II tumult, confusion, θ. παρασχεῖν τινι Hdt.7.181; ἐς θ. ἀπικέσθαι, καταστῆναι, Id.8.56, Th.4.104; ἐγένετο ὁ θ. μέγας, in a battle, ib.14; κραυγὴ καὶ θ. Phld.Hom.p.22 O.: pl., θ. ὀχλώδεις καὶ παροινίαι Men.Mon.239.    2 confusion of mind, θορύβους ἐνθυμηματικοὺς καὶ ἀποφθεγματικοὺς παρασκευάζειν Epicur. Nat.14.9; ὁ παρὰ κακὰς δόξας θ. Phld.Rh.2.31 S., cf. 40S.    III c. inf., ἐς θόρυβον ἤλυθον… λευσθῆναι I ran a risk of being stoned, E. IA1349 (troch.). (Perh. cogn. with τονθορύζω.)

German (Pape)

[Seite 1215] ὁ, Lärm, Geräusch, bes. das verworrene Durcheinanderschreien u. Lärmen einer großen Menschenmenge; συμμαχία θόρυβον μέγαν παραίθυξε Pind. Ol. 11, 74; τίς αὖ θόρυβος ἵσταται βοῆς Soph. Phil. 1247; θορύβῳ τε πίσυνος καὶ ἀμαθεῖ παῤῥησίᾳ Eur. Or. 905; ἐς θόρυβον ἦλθον λευσθῆναι I. A. 1349, d. i. in die Gefahr; καὶ θορύβου καὶ πατάγου χυτρείου Ar. Lys. 328; ἦν δὲ θόρυβος πολὺς καὶ ἐκπληκτικός Thuc. 8, 92; ἐκπληττόμενον ὑπὸ θορύβου τῶν πολλῶν Plat. Legg. II, 659 a, öfter; bes. mißbilligendes od. lobendes Geschrei, ὅταν ξὺν πολλῷ θορύβῳ τὰ μὲν ψέγωσι τῶν λεγομένων ἢ πραττομένων, τὰ δὲ ἐπαινῶσιν Rep. VI, 492 b; im Theater, Legg. IX, 876 b; εἰπὼν ταῦτα πολλοῖς θόρυβον παρέσχε καὶ ἔπαινον τῶν ἀκουόντων Prot. 339 d; Ar. Equ. 547 u. A.; im schlimmen Sinne, μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ' ἡμᾶς ἐπὶ δυσκλείᾳ, böse Reden, Soph. Ai. 142. Auch = Verwirrung, Unruhe, καὶ ταραχή Plat. Polit. 273 a; Phaed. 66 d u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

θόρῠβος: ὁ, (θρόος, θρέομαι) ταραχή, ἰδίως ἡ συγκεχυμένη βοὴ πολυπληθοῦς συνελεύσεως. κραυγή. Πίνδ. Ο. 10 (11). 88, εὐρ. Ὀρ. 905, Θουκ. 8. 92, κτλ· θόρυβος βοῆς, συγκεχυμένη κραυγή, Σοφ. Φ. 1263· θ. στρατιωτῶν Ἀριστοφ. Ἀχ. 546· Λιναΐτης ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 547. 2) ἰδίως εἰς ἔνδειξιν ἐπιδοκιμασίας ἢ τἀνάπαλιν (Πλάτ. Πολ. 492Β, C): α) ἐπικρότησις, ἐπευφημία, Ἀριστοφ. Ἱππ. 547, Πλάτ. Πρωτ. 339D, κ. ἀλλ.· θόρυβον καὶ κρότον ἐποιήσατε Δημ. 519. 10. β) παράπονα, γογγυσμοί, Ἀνδοκ. 21. 30· οὕτω, μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ’ ἡμᾶς, μεγάλοι γογγυσμοὶ γίνονται καθ’ ἡμῶν, Σοφ. Αἴ. 142. ΙΙ. ταραχή, σύγχυσις, θ. παρέχειν τινὶ Ἡρόδ. 7. 181· ἐς θ. ἀπικέσθαι ὁ αὐτ. 8. 56, 87, πρβλ. 4. 134, Θουκ. 4. 104· ἐγένετο ὁ θ. μέγας, ἐν μάχῃ, αὐτόθι 14· ἐν τῷ πληθυντ., ταραχαί, Μένανδ. ἐν Μονοστ. 239. ΙΙΙ. μετ’ ἀπαρ., ἐς θόρυβον ἦλθον... λευσθῆναι. ἐκινδύνευσα ἐκ τοῦ θορύβου νὰ λιθοβοληθῶ, Εὐρ. Ι Α. 1350.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 bruit confus, tumulte : θόρυβος βοῆς SOPH clameur confuse ; particul. dans une assemblée applaudissements, ou au contr. murmures, clameurs au plur.
2 trouble, confusion : εἰς θόρυβον ἤλυθον λευσθῆναι EUR j’en vins, par suite du tumulte, à courir le danger d’être lapidé.
Étymologie: R. Θορ, faire du bruit ; cf. Θρε > θρέομαι, θρόος.

English (Slater)

θόρῠβος
   a applause καὶ συμμαχία θόρυβον παραίθυξε μέγαν (O. 10.72)
   b Din test., Σ (P. 8.1) a, ἔφη (sc. ὁ Πίνδαρος) παῖδα εἶναι τῆς Ἀδικίας τὸν Θόρυβον fr. 250a.

English (Strong)

from the base of θροέω; a disturbance: tumult, uproar.

English (Thayer)

θορύβου, ὁ (akin to θρως, τύρβη, τρυβάζω (but τύρβη etc. seem to come from another root; cf. Curtius, § 250)), a noise, tumult, uproar: of persons wailing, Pindar and Herodotus down; several times in the Sept..)

Greek Monolingual

(ΑΜ θόρυβος)
κρότος, βοή, ταραχή, σάλαγος
νεοελλ.
πολλή συζήτηση για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα, σούσουρο («δημιουργήθηκε μεγάλος θόρυβος για το ζήτημα»)
μσν.-αρχ.
1. αναταραχή, σύγχυση
2. φόβος
αρχ.
1. κραυγή επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας
2. επικρότηση, επευφημία
3. παράπονο, γογγυσμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός σχηματισμός με επίθημα -βος, το οποίο απαντά και σε άλλα ουσ. παρόμοιας σημ. (πρβλ. κόνα-βος, ότο-βος, φλοίσ-βος). Το θ. θόρυ- εμφανίζεται επίσης στον ενεστ. με αναδιπλασιασμό (τον-θορύ-ζω «μουρμουρίζω, μουγκρίζω»). Η λ. θόρυβος συνδέεται πιθ. με τα θρύλος, θρυλώ και θρέομαι.
ΠΑΡ. θορυβώ, θορυβώδης.

Greek Monotonic

θόρῠβος: ὁ (θρόος),
I. 1. θόρυβος, ταραχή, σύγχυση, σε Πίνδ., Ευρ., Θουκ., κ.λπ.· θόρυβος βοῆς, συγκεχυμένη, μπερδεμένη κραυγή, σε Σοφ.
2. χρησιμοποιείται ως ένδειξη επιδοκιμασίας ή το αντίθετο· α) επικρότηση, επευφημία, σε Αριστοφ., Πλάτ., κ.λπ. β) παράπονο, γογγυσμός, σε Σοφ.
II. θόρυβος, ταραχή, σύγχυση, σε Ηρόδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

θόρῠβος: ὁ тж. pl.
1) шум, гам, крик (μέγας Pind.; πολὺς καὶ ἐκπληκτικός Thuc.; νυκτερινοί Arst.): θ. βοῆς Soph. нестройный шум;
2) шумное одобрение, громкая похвала: πολλὸς θ. καὶ ἔπαινος τῶν ἀκουόντων Plat. весьма шумная похвала слушателей;
3) шум неудовольствия, ропот (τῶν θορύβων καὶ κρότων ἐλάχιστα φροντίζειν Plut.): μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ᾽ ἡμᾶς ἐπὶ δυσκλείᾳ Soph. громкий шум порицания, порочащий (тебя, Эанта), дошел до нас; εἰς θόρυβον ἐγὼ ἤλυθον σῶμα λευσθῆναι πέτροισι Eur. я наткнулся на (т. е. навлек на себя) ярость толпы (и мне угрожало) быть побитым камнями;
4) беспорядок, смятение, замешательство, переполох (ἐγένετο ὁ θ. μέγας Thuc.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: noise, crying, groans, tumult, confusion (Pi., IA).
Derivatives: θορυβώδης full (of) noise etc. (IA) and denomin. θορυβέω, also with prefix, ἀνα-, ἐπι-, make noise, bring in confusion (IA); θορυβητικός noisy (Ar.) and θορύβηθρον plant name = λεοντοπέταλον (Ps.-Dsc.); on he motive of the name Strömberg Pflanzennamen 80, on the formation ibd. 146.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Formation like ὄτοβος, κόναβος, φλοῖσβος a. o. (Chantraine Formation 260). Cognate is the reduplicated form τον-θορύ-ζω, τόνθρυς. Perhaps here also θρυ-λέω, θρῦ-λος; s. also θρέομαι. The variation θορυβ- (from *θαρυβ-?), τον-θρυ-, θρυ(λ)- suggests a Pre-Greek word (Fur. 229, 381).

Middle Liddell

θόρῠβος, ὁ, θρόος
I. a noise, uproar, clamour, Pind., Eur., Thuc., etc.; θόρυβος βοῆς a confused clamour, Soph.
2. in token of approbation or the contrary:
a. applause, cheers, Ar., Plat., etc.
b. groans, murmurs, Soph.
II. tumult, confusion, Hdt., Thuc.

Frisk Etymology German

θόρυβος: {thórubos}
Grammar: m.
Meaning: Lärm, Geschrei, Geräusch, Tumult, Verwirrung (Pi., ion. att.).
Derivative: Davon θορυβώδης voll Lärm (ion. att.) und das Denominativum θορυβέω, auch mit Präfix, ἀνα-, ἐπι- u. a., lärmen, in Verwirrung bringen (ion. att.); davon θορυβητικός lärmend (Ar.) und θορύβηθρον Pflanzenname = λεοντοπέταλον (Ps.-Dsk.); zum Benennungsmotiv Strömberg Pflanzennamen 80, zur Bildung ebd. 146.
Etymology : Bildung wie ὄτοβος, κόναβος, φλοῖσβος und andere expressive Geräuschbezeichnungen (Chantraine Formation 260). Eine verwandte Reduplikationsbildung ist τονθορύζω; daneben mit anderem Ablaut θρυλέω, θρῦλος; s. noch θρέομαι.
Page 1,678

Chinese

原文音譯:qÒruboj 拖呂波士
詞類次數:名詞(7)
原文字根:喧囂
字義溯源:滋擾,喧聲,宣鬧,亂,嚷,擾亂,亂嚷,喧囂;源自(θροέω)=喧鬧);而 (θροέω)出自(θρέμμα)X*=哭泣)
出現次數:總共(7);太(2);可(2);徒(3)
譯字彙編
1) 亂(3) 太26:5; 太27:24; 可14:2;
2) 亂嚷(2) 可5:38; 徒21:34;
3) 嚷(1) 徒24:18;
4) 擾亂(1) 徒20:1