Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φατικός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: φᾰτικός Medium diacritics: φατικός Low diacritics: φατικός Capitals: ΦΑΤΙΚΟΣ
Transliteration A: phatikós Transliteration B: phatikos Transliteration C: fatikos Beta Code: fatiko/s

English (LSJ)

ή, όν, (φημί)

   A assertory: esp. of unsupported assertion. Phld. Rh.1.8, 2.119 S. Adv. -κῶς ib.1.120 S.; φ. μόνον χωρὶς πίστεως ib. 1.40 S.

Greek Monolingual

-ή, -ό / φατικός, -ή, -όν, ΝΑ
νεοελλ.
φρ. «φατική επικοινωνία»
(κοινων.) διαδικασία επικοινωνίας, κατά την οποία μεταδίδονται, με τη χρήση ενός κοινού κώδικα για τον πομπό και τον δέκτη, καταστάσεις συναισθημάτων που χρησιμεύουν για τη δημιουργία κοινών στάσεων και κοινωνικής αλληλεγγύης
αρχ.
1. φλύαρος, πολυλογάς
2. βεβαιωτικός, καταφατικός.
επίρρ...
φατικῶς Α
με πολλά και χωρίς σημασία λόγια, με φλυαρία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φᾰ- της συνεσταλμένης βαθμίδας του ρ. φημί + κατάλ. -τικός (βλ. και λ. -ικος)].