Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φευγάλα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η, Ν
εσπευσμένη απομάκρυνση, φευγιό, φυγή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φεύγω, κατά το πηλάλα (πρβλ. τρεχ-άλα: τρέχω)].