Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φοινικογενής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: φοινῑκογενής Medium diacritics: φοινικογενής Low diacritics: φοινικογενής Capitals: ΦΟΙΝΙΚΟΓΕΝΗΣ
Transliteration A: phoinikogenḗs Transliteration B: phoinikogenēs Transliteration C: foinikogenis Beta Code: foinikogenh/s

English (LSJ)

ές,

   A Phoenicianborn, E.Fr.472 (anap.).

German (Pape)

[Seite 1296] ές, von phönicischem Geschlechte, Eur. frg. Cret. 2.

Greek Monolingual

-ές, Α
αυτός που γεννή.-θηκε στη Φοινίκη ή αυτός που κατάγεται από το γένος τών Φοινίκων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Φοῖνιξ, -οίνικος «ο κάτοικος της Φοινίκης» + -γενής (< γένος
< γίγνομαι), πρβλ. Θηβαι-γενής].