Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χίλιοι

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: χίλιοι Medium diacritics: χίλιοι Low diacritics: χίλιοι Capitals: ΧΙΛΙΟΙ
Transliteration A: chílioi Transliteration B: chilioi Transliteration C: chilioi Beta Code: xi/lioi

English (LSJ)

[χῑ], αι, α: gen. pl. fem. χιλιῶν, irreg. in Att. acc. to Hdn. Gr.1.426 (prob. only when χίλιαι was used as a fem. Subst. (v. infr. 3)); dat. pl. fem. (orig. loc.)

   A χιλίᾱσιν IG12.10.18; χιλίαισι ib.76.20, 94.10; later χιλίαις: dialect forms, Locr. χίλιοι (as in Att., v. supr.) IG9(1).334.39 (Oeanthea, v B. C.); Dor. χήλιοι (written χέλ-) ib. 5(1).1.23 (Sparta, v B. C.), Lesb., Thess. χέλλιοι EM817.1 (cf. χελληστύς), IG9(2).1229.29 (Phalanna, ii B. C.); Ion. χείλιοι Schwyzer 688C15 (Chios, v B. C.), which shd. prob. be restored in Hom., cf. δεκάχ (ε) ιλοι:—a thousand, Hom. only in neut., χ. μέτρα, πυρά, Il.7.471, 8.562; πρῶθ' ἑκατὸν βοῦς δῶκεν, ἔπειτα δὲ χίλι' ὑπέστη (sc. πρόβατα), αἶγας ὁμοῦ καὶ ὄϊς 11.244: usu. agreeing with its Subst., Hes.Th. 364, etc.; but sts. as Subst. folld. by gen., χίλιοι Μακεδόνων Th.2.80: to express the addition of a smaller number, that number may either precede or follow, διακόσιοι καὶ χ. Isoc.4.87, 93, Pl.Criti.119b: but χ. καὶ πεντακόσιοι Aeschin.2.77; later καί is freq. omitted, Plb.3.33.10, LXX Da.12.11, Apoc.11.3; with Preps. χ. ἐπὶ μυρίοις Pl.Lg.895a; τέτταρας πρὸς τοῖς χ. Luc.Cat.4; οἱ χ. λογάδες (at Argos) the Thousand, Th.5.67, cf. D.S.12.80.    2 sg. with collect. nouns, χιλίη ἵππος a thousand horse, Hdt.5.63, 7.41; τὴν ἵππον τὴν χιλίην Id.8.113; so ἵππον ἔχω εἰς χιλίαν X.Cyr.4.6.2; also χιλία ὁλοκαύτωσις burnt-offering of 1000 cattle, LXX 3 Ki.3.4.    3 χίλιαι (sc. δραχμαί) as Subst., a thousand drachmae, περὶ χιλιῶν κινδυνεύειν D.22.21; ἐν χιλίαις ὁ κίνδυνος ib.26 (χ. δραχμαί in full, Pl.Ap.36b). (Cf. Skt. sahásram 'a thousand' (with prefix sa- = sṃ-); I.-E. ĝheslo-, ĝheslio-.)

German (Pape)

[Seite 1356] αι, α, tausend, Hom. u, Folgde; χίλιαι, sc. δραχμαί, tausend Drachmen, D. L. 4, 37. – Der sing. bei Collectivwörtern, ἵππος χιλία, tausend Mann Reiter, Her. 5, 63. 7, 41 u. öfter.

Greek (Liddell-Scott)

χίλιοι: [ῑ], αι, α· θηλ. γεν. πληθ. χιλιῶν, κατὰ τὸν Ἰω. Ἀλεξ. ἐν Τονικ. Παραγγέλμασι 18, ἀλλὰ πιθανῶς μόνον ὅταν τὸ χίλιαι κεῖται ὡς θηλ. οὐσιαστ. (ἴδε κατωτ.)· - ὡς καὶ νῦν, χίλιοι, Λατ. mille, παρ’ Ὁμ. μόνον ἐν τῷ οὐδ., Ἀγαμέμνονι καὶ Μενελάῳ δῶκεν Ἰησονίδης ἀγέμεν μέθυ χίλια μέτρα Ἰλ. Η. 471· χίλι’ ἄρ’ ἐν πεδίῳ πυρὰ καίετο Θ. 562· πρῶθ’ ἑκατὸν βοῦς δῶκεν, ἔπειτα δὲ χίλι’ ὑπέστη (ἐξυπακ. πρόβατα), αἶγας ὁμοῦ καὶ ὄϊς, Λ. 244· συνήθως συμφωνεῖ πρὸς τὸ οὐσ., ὡς Ἡσ. Θ. 364, κλπ.· ἀλλ’ ἐνίοτε τίθεται ὡς οὐσιαστ. μετὰ γενικῆς συντασσόμενον, ὡς χίλιοι Πελοποννησίων Θουκ. 2. 80· - πρὸς δήλωσιν δὲ πολλαπλασίου τοῦ χίλιοι συντίθεται μετ’ ἀριθμητικοῦ ἐπιρρήματος, ἴδε ἐν λ. δισχίλιοι, τρισχίλιοι, κλπ.· - ὅταν δὲ προστίθεται μικρότερος ἀριθμός, ἢ προτάσσεται ἢ ἐπιτάσσεται, διακόσιοι καὶ χ., ἢ χ. καὶ διακόσιοι, Ἰσοκρ. 58C, 59Β, Πλάτ. Κριτί. 119Β, Αἰσχίνης 38. 14· παρὰ μεταγενεστέροις δὲ πολλάκις τὂ καὶ παραλείπεται, Πολύβ. 3. 33, 10, Ἑβδ., Καιν. Διαθ. ἢ δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν πρόθεσιν, χ. ἐπὶ μυρίοις Πλάτ. Νόμ. 894Β· τέτταρας πρὸς τοῖς χ. Λουκ. Κατάπλ. 4· - εἰς δήλωσιν χιλίων δραχμῶν (χιλίας δραχμὰς Πλάτ. Ἀπολ. 36Α), συχνάκις τίθεται μόνον τὸ ἀριθμ. χίλιαι ὡς οὐσιαστ., περὶ χιλιῶν (ἢ χιλίων) κινδυνεύειν Δημ. 599. 28· ἐν χιλίαις ὁ κίνδυνος ὁ αὐτ. 601. 20· πρβλ. χιλιόομαι· - οἱ χίλιοι λογάδες (ἐν Ἄργει) Θουκ. 5. 67, Διόδ. 12. 80· - ἐν στρατιωτικῇ γλώσσῃ τίθεται καθ’ ἑνικὸν μετὰ περιληπτικῶν ὀνομάτων, ἵππος χιλίη, ἱππεῖς χίλιοι, Ἡρόδ. 5. 64., 7. 41· τὴν ἵππον τὴν χιλίην ὁ αὐτ. 8. 113· πρβλ. μυρίος ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

αι, α;
mille : χίλιοι Πελοποννησίων THC mille Péloponnésiens ; χιλίους καὶ πεντακοσίους ESCHN mille cinq cents, quinze cents ; πεντακόσιοι καὶ χίλιοι XÉN m. sign. ; τέτταρας πρὸς τοῖς χιλίοις LUC mille quatre ; collect. au sg. ἵππος χιλίη HDT, ἵππος χιλία XÉN mille chevaux, càd corps de mille cavaliers ; subst. οἱ χίλιοι, les mille, n. de magistrats à Argos, à Agrigente, etc.

English (Autenrieth)

χίλια: a thousand. (Il.)

English (Strong)

plural of uncertain affinity; a thousand: thousand.

Greek Monolingual

-ες, -α / χίλιοι, -αι, -α, ΝΜΑ, και δωρ. τ. χήλιοι και χέλιοι, και ιων. τ. χείλιοι, και αιολ. τ. χέλλιοι, και τ. εν. χίλιος και χείλιος, -ία, -ον, θηλ. και χιλίη, Α
(απόλ. αριθμτ.) αριθμός, ποσό που δηλώνει δέκα εκατοντάδες («μία ἡμέρα παρὰ Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη», ΚΔ)
νεοελλ.
1. συνεκδ. πολλοί, αναρίθμητοι («το είπα χίλιες φορές»)
2. το ουδ. ως ουσ. βλ. χίλια
αρχ.
το θηλ. ως ουσ. χίλιοι
χίλιες δραχμές.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το αριθμητικό χίλιοι παρουσιάζει στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες μεγάλη ποικιλία τ. οι οποίοι δεν μπορούν να αναχθούν σε μία κοινή ρίζα. Ο ελλ. τ. χίλιοι προέρχεται πιθ. από έναν αμάρτυρο τ. χεσλιοι, με βάση τον οποίο μπορούν να ερμηνευθούν οι διάφορες διαλεκτικές μορφές: αιολ. χέλλιοι, ιων. χείλιοι, λακ. χέλιοι (από όπου και ο αττ. τ. χίλιοι με αφομοίωση του -ε- σε -ι-). Ο τ. χίλιοι (< χεσλιοι) θα μπορούσε να θεωρηθεί παρ. ενός ΙΕ τ. gheslo- και να συνδεθεί με το αρχ. ινδ. sahasram και το αβεστ. hazanrәm, αλλά οι τ. αυτοί παραμένουν δυσερμήνευτοι. Έχουν διατυπωθεί δύο διαφορετικές απόψεις για την ερμηνεία του αρχ. ινδ. τ. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, ο τ. sa-hasra- έχει προέλθει από τ. sm-gheslo-, σύνθ. του οποίου το α' συνθετικό ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα -sm- της ρίζας sem- του εἷς (ανάλογο σχηματισμό έχουμε πιθ. στον τ. ἑκατόν, βλ. λ. εκατό) και το β' συνθετικό στον τ. gheslo- (> χίλιοι). Σύμφωνα με την άλλη άποψη, ο αρχ. ινδ. τ. πρέπει να χωριστεί σε sahas-ra < seghes-lo-, χωρισμός που θα οδηγούσε στην αναγωγή τών τ. στη ρίζα segh- του ἔχω, η οποία, όμως, προσκρούει σε μορφολογικές δυσχέρειες. Τέλος, ανεπιβεβαίωτη παραμένει η σύνδεση του λατ. mille (από όπου και διάφοροι τ. τών νεώτερων γλωσσών, πρβλ. γαλλ. mille, αγγλ. million, γερμ. Μillion κ.λπ.) με τον ελλ. τ.].

Greek Monotonic

χίλιοι: [ῑ], -αι, -α, χίλιοι, Λατ. mille, σε Ομήρ. Ιλ.· συνήθως συμφωνεί με το ουσ., αλλά επίσης ως ουσ. ακολουθ. από γεν., χίλιοι Πελοποννησίων, σε Θουκ.· λέγεται για να δηλώσει χίλιες δραχμές· το χίλιαι συχνά μόνο του, περὶ χιλιῶν κινδυνεύειν, σε Δημ.· στη στρατιωτική γλώσσα, σε ενικ. με συνεκδοχικά ονόματα, ἵππος χιλίη, χίλια άλογα, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

χίλιοι: (χῑ) тысяча (χίλια πρόβατα Hom.; χίλιοι Πελοποννησίων Thuc.): χ. ἐπὶ μυρίοις Plat. одиннадцать тысяч; τέτταρας πρὸς τοῖς χιλίοις Luc. тысяча четыре; χίλιαι (sc. δραχμαί) Dem., Luc. тысяча драхм; οἱ Χ. Совет Тысячи (высший государственный орган в Аргосе Thuc., Diod. и Акраганте Diog. L.). - см. тж. χίλιος.

Middle Liddell

χί¯λιοι, αι, α,
a thousand, Lat. mille, Il.: it commonly agrees with its Subst., but is also a Subst. foll. by a gen., χίλιοι Πελοποννησίων Thuc.:—to express a thousand drachmae, χίλιαι is often used alone, περὶ χιλιῶν κινδυνεύειν Dem.: in military language in sg. with collective nouns, ἵππος χιλίη a thousand horse, Hdt. {{FriskDe |ftr=χίλιοι: {khílioi}
Forms: ion. (Inschr.) χείλιοι, äol. χέλλιοι, lak. χήλιοι
Meaning: tausend (seit Il.).
Composita : Als Vorderglied u.a. in χιλιόναυς aus tausend Schiffen bestehend (E., Str.), auch mit hinzugefügtem Suffix -ναύτης, dor. -ναύτας ib. (A. in anap., E. in lyr.; vgl. Sommer Nominalkomp. 122f., 175), χιλιόμβη f. Opfer von tausend Rindern (Jul.; nach ἑκατόμβη). Als Hinterglied auch -χιλοι in ἐννεά-, δεκάχ(ε)ιλοι ‘neun-, zehntausend’ (Ε 860, Ξ 148; danach δίσχιλοι att. Epigr. Va), Rückbildung wie -βιβλος zu βιβλίον (s.d. m. Lit.; anders Schwyzer 593).
Derivative: Davon 1. χιλιοστός der tausendste (att.), -όομαι zu einer Buße von 1000 Drachmen verurteilt werden (Lykurg.); 2. -άς, -άδος f. Anzahl von Tausend (ion. att.) mit -αστύς (Ephesos, Samos, Kos), auch -οστύς (X.), äol. χελληστύς (Methymna) f. ‘Abteilung od. Truppe von Tausend, Tausendschaft’ (Einzelheiten zur Bildung Fraenkel Nom. ag. 1, 202f., Schwyzer 593 u. 597); davon -αστήρ m. [[Mitglied einer χιλιαστύς (Samos; Fraenkel a.O., Benveniste Noms d’agent 74); -άζω tausend Jahre alt sein (Tz.).
Etymology : Aus den Dialektformen χείλιοι ( > att. χίλιοι durch Assimilation, auch in den Homertext eingedrungen; Wackernagel Unt. 7 f.), χέλλιοι, χήλιοι ergibt sich ein urspr. *χέσλιοι, das mit aind. sahásram, aw. hazaŋrəm n. Tausend am nächsten verwandt ist. Die gemeinsame idg. Grundlage wäre *ĝheslo-, dessen ursprüngliche, gewiß konkrete Bed. unbekannt bleibt. Weitere Analyse unsicher. In aind. sa-, aw. ha- wurde seit Fick (z.B. Wb. 1, 55, 437) die Schwundstufe von idg. *sem eins (s. εἷς) gesucht. Anders Brugmann, z.B. IF 21, 10ff. mit Grimm u.a. : sahás-ra- von aind. sáhas-, aw. hazah- n. Gewalt, Stärke (s. ἔχω); zur Bed. vgl. toch. A wälts tausend zu wäl König, lat. valeō usw. Gegen Ficks Deutung spricht die Schwundstufe in sa-, ha- (sonst nur zusammen mit). Bei der Zerlegung in sahás-ra- wäre andererseits gr. *ἐχεσ- zu erwarten gewesen; ein schwundstufiges *σχεσ- ( > *χεσ- durch Dissimilation oder aus δισ-(σ)χίλιοι usw. ? Brugmann Grundr.2 II: 2, 47) läßt sich schwerlich begründen. Die früher gegen diese Erklärung angeführten iran. Formen, z.B. khotansak. ysāra-, können jedoch auf hazāra- zurückgehen (Szemerényi [mit Henning] Arch. Linguist. 6, 38 ff.). Für Entlehnung aus einer fremden Sprache Specht KZ 66, 10 f. — Zur viel erörterten Frage, ob auch lat. mīlle hierher zu stellen ist, zuletzt Szemerényi a.O. und Hamp Glotta 46, 274ff. (bejahend; daselbst auch über χίλιοι : sahásram). Ältere Lit. bei WP. 1, 633, Pok. 446, W.-Hofmann s. mīlle.
Page 2,1099-1100 }}

Chinese

原文音譯:c⋯lioi 希利哀
詞類次數:形容詞(11)
原文字根:千 相當於: (אֶלֶף‎)
字義溯源:千*,一千
同源字:1) (δισχίλιοι)二千 2) (ἑπτακισχίλιοι)七乘一千 3) (πεντακισχίλιοι)五千 4) (τετρακισχίλιοι)四乘一千 5) (τρισχίλιοι)三千 6) (χιλιάς)一千 7) (χιλίαρχος)一千士兵的指揮官 8) (χίλιοι)千
出現次數:總共(11);彼後(2);啓(9)
譯字彙編
1) 一千(9) 啓11:3; 啓12:6; 啓14:20; 啓20:2; 啓20:3; 啓20:4; 啓20:5; 啓20:6; 啓20:7;
2) 千(2) 彼後3:8; 彼後3:8