Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χυδαιόγλωσσος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

-η, -ο, Ν
αυτός που χρησιμοποιεί χυδαία, απρεπή γλώσσα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χυδαίος + -γλωσσος (< γλώσσα), πρβλ. κακό-γλωσσος. Η λ. μαρτυρείται από το 1844 στον Χρ. Φιλητά].