Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χωριό

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το, Ν
1. αγροτικός οικισμός, μικρότερος σε έκταση και σε πληθυσμό από την κωμόπολη («τον μαύρο καβαλίκεψε και στο χωριό πηγαίνει», δημ. τραγούδι)
2. συνεκδ. οι κάτοικοι του παραπάνω οικισμού, οι χωρικοί («ήλθε να τόν υποδεχθεί ολόκληρο το χωριό»)
3. φρ. α) «δεν κάνουμε χωριό οι δυο μας»
μτφ. δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε ή να συμβιώσουμε
β) «γίναμε από δυο χωριά» — ήλθαμε σε διάσταση, τσακωθήκαμε, μαλώσαμε
4. παροιμ. «χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει» — λέγεται για κάτι το προφανές και ευνόητο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. χωρίον (< χώρα), με συνίζηση (πρβλ. χειμάδιον: χειμαδιό, σχολείο: σχολειό)].