Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τραγούδι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το, Ν
1. μελοποιημένοι στίχοι ποιήματος που τραγουδιούνται, άσμα (α. «ελαφρό τραγούδι» β. «λαϊκό τραγούδι» γ. «έντεχνο τραγούδι»)
2. ποίημα («τραγούδια της ξενιτιάς»)
3. συνεκδ. κελάηδημα πουλιού
4. φρ. α) «δημοτικά τραγούδια» — βλ. δημοτικός
β) «κλέφτικα τραγούδια» — βλ. κλέφτικος
γ) «τα τραγούδια του γάμου» — τραγούδια που συνοδεύουν τις παραδοσιακές γαμήλιες τελετές.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, πρόκειται για υποχωρητ. σχηματισμό από το ρ. τραγουδώ, ενώ, κατ' άλλη άποψη, η λ. τραγούδι προήλθε από τη λ. τραγωδία, μέσω ενός υποκορ. τραγώδιον με τροπή του -ω- σε -ου- κατ' επίδραση του ρ. τραγουδώ].